επιχορηγούμενο ποστίδιο*

8 05 2008

Ήταν σίγουρα στο πλοίο, μάλλον περί το τέλος του 2004. Είχε σίγουρα φουρτούνα γιατί μόνον όταν υπάρχει αστάθεια γύρω ξεκινώ να φτιάχνω ή να γράφω κάτι απ’ το κέντρο. Παρατηρημένο. Όπως φαίνεται, ακουλούθησαν τηλεφωνήματα, εκκρεμότητες, τα παπούτσια που θυμήθηκα ότι πρεπει να πάρω και που τελικά τα ξέχασα κι ένα καραβίσιο σάντουιτς με μπαγιάτικη ντομάτα, της οποίας το ίχνος παραμένει ως δακτυλικό αποτύπωμα πάνω και δεξιά.

Παλιότερα στα ταξίδια έπλεκα πουλοβεράκια. Aργότερα κακοποιούσα σχεδιάζοντας εικόνες από βιβλία, τους διπλανούς μου ή ό,τι μου κατέβαινε στο κεφάλι. Τώρα χαζεύω. Ομολογώ πως τα πουλοβεράκια υπήρξαν τα χρησιμότερα όλων, αλλά και το χάζι δεν το αδικώ.

Την μεγαλύτερη όμως εντύπωση μου έκανε που δυσκολεύτηκα να βρω χειρόγραφο, Νίνα! Ακόμα και τη λίστα του σουπερμάρκετ την σημειώνω κωδικά. Ευτυχώς στον πάτο του 2004 το μολύβι με άκουγε ακόμη κι αφού το ζητήσατε ΙδιογράφΩς σας το παραδίδω με χαρά.

——————-

*ο τίτλος είναι κλεμμένος από κείμενο του Κ.Κ.Μοίρη - σιγά μην τον ρωτούσα…

 




τα λυπητερά

24 04 2008

 

 Una Crucifixión, Humberto Rios

Σήμερα κι αύριο οι φούρνοι ψήνουνε ψωμί σε σχήμα σταυρού. Κι επειδή, την Μεγάλη Πέμπτη ο  Χριστός παιδεύτη, στο ψωμί αυτό δεν βάζουνε μαχαίρι, αλλά το κόβουνε με το χέρι. Όλους αυτούς τους συμβολισμούς η ανάγκη των ανθρώπων τους χώρεσε στην εβδομάδα των Παθών, αλλά τον πόνο, το φόβο του θανάτου και την ελπίδα της ανάστασης, τα σκουντουφλάμε κάθε μέρα μέσα μας και δίπλα μας απ’ τη μέρα που θα γεννηθούμε. Η γιαγιά μου σαν σήμερα και σαν αύριο έκρυβε τα μαχαίρια κι έβαζε ένα πιατάκι με ξύδι απ’ το πρωί πάνω στο τραπέζι για να βουτάμε μέσα ό, τι έφτανε ως το στόμα. Δραματοποιούσε τον πόνο και την ελπίδα στα όρια της οικογένειας, της γειτονιάς και της εκκλησιάς της ενορίας της κι όλο μουρμούριζε ψαλμούς και λυπητερά τραγούδια. Στο όριο της πίστης της - για όσο φαίνονταν. Στην πραγματικότητα όμως, το όριο της ήταν ο άνθρωπος. Ο ευάλωτος απέναντι στο θάνατο. Ο αναγκεμένος της ελπίδας.

——————–

Στη Μύκονο κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, που απαγορευόταν κάθε ψυχαγωγία, οι γυναίκες συνήθιζαν να λένε ορισμένα τραγούδια. Τα Σαρακοστιανά δεν ήταν τραγούδια της διασκέδασης. “Το γεμάτο θλίψη, πίκρα, υποδούλωση, ξενιτιά, χαμό και θάνατο περιεχόμενό τους τα έκανε, αν και δεν ήσαν τραγούδια θρησκευτικά, να ταιριάζουνε με το πνεύμα και τα συναισθήματα της εποχής, μιας εποχής πένθους και περισυλλογής. Αφορούσαν τον καθημερινό ανθρώπινο πόνο, τη συνάντηση της ζωής με τον θάνατο.” [...] Τα περισσότερα σήμερα έχουν ξεχαστεί ή έχει ξεχαστεί ο σκοπός τους. Ήσαν “Η Ερασμία”, “Η Τριαναταφυλλένια”, “Η Λυγερή”, ”Tο Κωσταντάκι” και άλλα, και βέβαια η πιο γνωστή κι αγαπητή “Βγενούλα”:

Δόμνα Σαμίου, Tα Πασχαλιάτικα, Ανοιξιάτικα τραγούδια του θανάτου και της ανάστασης

———–

Καλή ανάσταση λοιπόν.

 

 




σεντουκιασμένοι φλώροι

18 04 2008

ΣΕ ΔΙΣΚΑΔΙΚΑ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΟΥΤΕ ΚΕΡΔΗ ΤΑ ΜΑΡΑΙΝΟΥΝ RECORDS

 

“Προσπαθώ να υπηρετώ τον ελληνικό ήχο, κάτι που σιγά σιγά χάνεται, μάλλον δικαιολογημένα γιατί τα πράγματα αλλάζουν. Ισως και να είμαι παρωχημένος, αλλά η καρδιά μου εκεί με πάει.”

Συγκινούμαι πάντα όταν ακούω αυτόν τον ψάλτη. Βρείτε τον Ισίδωρο Παπαδάμου εδώ κι ακούστε τα τραγούδια του εδώ. Η διανομή γίνεται αποκλειστικά από τον ίδιο via διαδικτύου.

Το τραγουδάκι, “Έτσι που ήρθαν” είναι από τον δίσκο  “Ένα γινόμενο” και συνοδεύει Το όμορφο ίχνος του “αντί”  στα κάρβουνα και το Αντίο, αντί  στη vitamoderna.

υγ: Γιώργο ευχαριστώ!

 




mono(b)log

15 04 2008

fotini_makis.jpg

Η Φωτεινή της νύχτας, δια χειρός Μάκη Κοντιζά, ξυλοκοπτική & υδατοδιαλυτές ριπολίνες

 

Κάθε πρωί που ξυπνάω βγαίνω για κυνήγι. Πρώτα οπλίζω τα μάτια. Ρίχνω την πρώτη σφαίρα στο ταβάνι. Μετά στο ρολόι και με μαεστρία την επόμενη στο παράθυρο, για να σιγουρευτώ πως το αγρέλι της Κατίνας βαστάει ακόμα την απέναντι κορφή. Η τέταρτη και φαρμακερή πέφτει στις παντόφλες, αλλά ποτέ δεν ξεμπέρδεψα το θήραμα με την πρώτη γιατί αυτές τις αγριοπαντόφλες αλλού τις αφήνω κι αλλού βρίσκονται. Ουρά-κεφάλι μέρα παρά μέρα, γλιτώνουν με τραυματισμούς. Σέρνομαι στο διάδρομο προς τις σκάλες και, με κόπο ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση[1], φτάνω ως την καφετιέρα. Αριστερό χέρι καφέ-φίλτρο-νερό, δεξί, φλυτζάνι-γάλα-κουταλάκι. Μέχρι να κάνει η καφετιέρα το καθήκον της τα βάζω με το αγριοWC. Η Φωτεινή της Νύχτας βοσκάει εκεί μέσα αμέριμνη στα παλιά 9 της Ελευθεροτυπίας. (Ας είναι καλά, βοήθησε πάρα πολύ στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του παιδιού μου, γλίτωσα τουλάχιστον από 178 ερωτήσεις σε διάφορες στάσεις.) Αριστερό χέρι νερό-οδοντόβουρτσα-κλάμερ, δεξί, πετσέτα-κρέμα-καζανάκι. Ο μαλάκας ο καθρέφτης δεν αντιστέκεται ποτέ γι αυτό και δεν ασχολούμαι. Σα μπεκάτσα με κοιτάει κάθε πρωί. Με μπεκάτσες όμως εγώ δεν τα βάζω. Βγαίνω. Αρπάω βίαια τον καφέ απ το σβέρκο και δαμάζοντας στα δώδεκα βήματα τις τραυματισμένες (ελαφρά) αγριοπαντόφλες πατάω το start στον υπολογιστή. Μπροστά και από πάνω μου περσινό τρόπαιο, ο Βαμβακάρης, ο Εμπειρίκος κι ο Γιαννούλης Χαλεπάς απ’ το όρος Τσικνιάς της νήσου Τήνος μια παρέα, δια χειρός Αννούλας Φιλίνη.
-Καλημέρα σας.
-Καλημέρα ω μεγάλη κυνηγέ (με μια φωνή και οι τρεις)
-Να ξέρετε πως παρά τον όγκο σας με χαρά συναντώ τα βλέμματά σας κάθε πρωί.
-Ε, μα ναι. Εξάλλου δεν υπάρχει στην έκπληξη εθισμός. Το κάθε πρωί το περιμένεις στο ρολόι ή στο παράθυρό σου.
-Κλεμμένο είν’ αυτό τρελο-Γιαννούλη… Σώπαινε τώρα, θα πετάξουν τα κυνήγια με τις φωνές σου.
Αριστερό χέρι, φάκελοι-σημειώματα-εκκρεμότητες, δεξί στο ποντίκι, μέιλ-εφημερίδες-βλογζ. Ποτέ η επόμενη τουφεκιά δεν πέφτει σε eps, psd, jpg, pdf, doc, png, gifάκια και άλλα αποδημητικά. Χαμένη θα πάει. Ξεκινώ με τους φίλους. Ακολουθούν οι άλλοι. Στήνω τη σκηνή μου εκεί κοντά και παραμένω. Κρατώ το ίδιο ορμητήριο σ’ αυτό το ξέφωτο μήνες και μήνες τώρα. Ξέρω τα σημάδια και τις πατημασιές τους. Άμα δω τσακισμένο κλαδάκι ξέρω ποιος το πάτησε, τι ώρα, αλλά και ακριβώς το βάρος που κουβαλούσε. Άλλοτε παίζω, άλλοτε μονάχα τους παρατηρώ. Θα ‘λεγε κανείς πως έτσι δεν έχει πλάκα. Πως είναι σαν να κυνηγώ σε εκτροφείο. Και λοιπόν; Σάμπως ο άγιος Συμεών ο Στυλίτης δεν άγιασε πάνω σε μερικούς τετραγωνικούς πόντους;[2] Στο κάτω κάτω ο καθένας έχει το κάδρο του. Εγώ εκ φύσεως δεν πειράζω των άλλων, με το δικό μου θα τα βάλω; Χώρια που βαριέμαι κι εύκολα.

Πήγε κιόλας επτά και τέταρτο. Ώρα να ξυπνήσουν οι άμαχοι. Επαναληπτικές ριπές: ντύσιμο, γάλα, σάντουιτς, καβγάς στα όρθια, φιλιά. Ο εργαλείος μπαίνει στην αναμονή κι εγώ στα παπούτσια μου. Μαύρα γυαλιά, τρία προς τέσσερα στην αναλογία του προσώπου και φέρμα με αγωγή Γκόρντον Σέττερ. Ο δεύτερος καφές ενδημεί στο Γυαλό και έχω μόνο τριάντα λεπτά στη διάθεσή μου πριν αρχίσει το αληθινό κυνήγι , δηλαδή δουλειά. Και καθώς επιστρεφω για να στρωθώ, όλο σκέφτομαι να αποκτήσω πίστη στις αποκαλύψεις και τα οράματα, κι όλο άσφαιρη μου βγαίνει αυτή η σκέψη…

____________________________________________________________________________________

[1]μπλουζάκι, γάτα, σαλοπέτα, ζωγραφιά, gorillaz, κάλτσα, σουτιέν, βιολί, σορτς, παρτιτούρα, πενηντάλεπτο, γάτα, πένα, allstar κόκκινο, barbie, θήκη κιθάρας, βιβλίο μαθηματικών, δίευρω, μαρκαδόρος, allstar μαύρο, i-pod, γάτα, τρία ορκ, κι άλλη παρτιτούρα

[2]το παραδειγμα του αγίου Συμεών , δανεισμένο απ’ τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου που το ‘ χε πάντα πρόχειρο και το πήρα προίκα




ελαφρά μετατόπιση

28 03 2008

———————–

zoo-vroxi1.jpg

 

Έξω πέφτει μια ευλογημένη βροχή - μέσα το ίδιο. Βρίσκω έτσι, ένα απατηλό καταφύγιο στα τεχνάσματα της φύσης και μελαγχολώ παρέα της. Και παρ’ όλο που από αυτόν τον e-τόπο όλα τα παράθυρα είναι πεντάνοιχτα στην παγκόσμια επικοινωνία εγώ θ’ ανοίξω αυτό που βρίσκεται πιο κοντά μου. Το μικρό, βορινό παραθυράκι με τα ξόρκια, που αφήνει να φυσάει μια ρωμαντική ειρωνία και το ψιλόβροχο να μπαίνει σε κυμματισμούς και να χτυπάει το πρόσωπο. Μ’ έναν ελαφρύ τόνο σε ρυθμό «Ιεροκλή» και το απαλό χτύπημα ενός κλίκ:

 Το βέλος του χρόνου.

υγ: Κωστή, πάω τώρα για κανένα μπρόκολο.




η γειτονιά μου I

23 03 2008

[...]

 melpo_to-spiti-mou_dok1.jpg

Μέλπω Αξιώτη, Το σπίτι μου, σελ. 134, εκδ. Κέδρος 1986

(πρώτη έκδοση Δεκέμβριος 1965, εκδ. Θεμέλιο)




mercy killing

14 03 2008
——————
brian-stauffer31.jpg

 illustrator, Brian Stauffer

update: Εξάντας - Θεός για μια μέρα

Άκουσα φευγαλέα χθες την είδηση στην τηλεόραση:

“H 52χρονη Σαντάλ Σεμπίρ διανύει το τελικό στάδιο της νόσου από την οποία πάσχει από το 2002 και σύντομα θα πεθάνει. Έχει χάσει τις αισθήσεις της γεύσης, της όσφρησης και την όρασή της. Επιπλέον υποφέρει από φρικτούς πόνους. Ο καρκίνος έχει παραμορφώσει το πρόσωπό της.
Η άλλοτε δυναμική δασκάλα ζητεί από τη γαλλική δικαιοσύνη το δικαίωμα στην ευθανασία. Πρόκειται για το πρώτο τέτοιο διάβημα στη Γαλλία, σύμφωνα με τον δικηγόρο της.Ο πρόεδρος του δικαστηρίου της Ντιζόν θα αποφανθεί τη Δευτέρα για το αίτημά της.
Σήμερα, ο πρωθυπουργός Φρανσουά Φιγιόν παρενέβη, εκτιμώντας ότι είναι δύσκολο να απαντήσει σε ένα τέτοιο αίτημα καθώς “είναι στα όρια αυτού που η κοινωνία μπορεί να πει και αυτού που ο νόμος μπορεί να κάνει“.

Η ευθανασία, δεν είναι αυτοκτονία, είναι το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, είναι πράξη ανθρωπιστική. Και τούτο ορίζεται από το ότι, για να φθάσουμε στον αμετακίνητο θάνατο δεν απολαμβάνουμε πια το αγαθό της ζωής. Γιατί πρέπει λοιπόν να διάγουμε με τρόπο μαρτυρικό και -τις περισσότερες φορές- αναξιοπρεπή τις βαριές θανατηφόρες ασθένειες ή ακόμη και τα γηρατειά που μας καθιστούν εντελώς ανήμπορους να νιώσουμε ή να χαρούμε έστω και μια χαραμάδα ζωής; Αν η επιλογή μας να φθάσουμε στον θάνατο μπορεί να γίνει σύννομα και χωρίς πόνο γιατί ο νόμος δεν διευκολύνει την κοινωνία;
Η Σαντάλ Σεμπίρ, με τη συγκατάθεση και των τριών παιδιών της διεκδικεί το δικαίωμα να φύγει από τη ζωή, πριν εξαντληθούν τα όρια του πόνου -σωματικού και συναισθηματικού- για την ίδια και τoυς ανθρώπους της και θέτει ξανά το ζήτημα στις πολιτισμένες δυτικές κοινωνίες και στον καθένα μας ξεχωριστά.




pattern

11 03 2008

zoo_pattern_dok-low1.jpg

Λάκκα, Μύκονος, Απόκριες 2008




σε σκότωσα

5 03 2008

woman-ilatovski2.jpg 

Woman, Ευγένιος Ιλατόφσκι

Ήταν γειτόνισσά μου για πολλά χρόνια. Τρία παιδιά κι ένας άντρας σατράπης και μέθυσος. Του έκοβε τα νύχια, του έβαζε τις κάλτσες, του ‘στρωνε το φανελάκι στους ώμους, άρπαζε μια ανάποδη και, για ευχαριστώ έτρωγε κι ένα βρίσιδι που το άκουγε όλη η γειτονιά. Μετά εκείνος έφευγε για τη δουλειά, τα παιδιά για το σχολείο κι εκείνη έβαζε μπουγάδα στο χέρι. Την πιο άσπρη μπουγάδα επί της γης. Όσο άπλωνε, μοιρολογούσε σιγοτραγουδώντας. Δεν καταλάβαινα τη γλώσσα, αλλά αυτός ο σκοπός έμοιαζε μ’ένα νοητό σκοτεινό αυλάκι που άνοιγε στα δυο το μέσα της φως - όσο της είχε απομείνει. Τίναζε τα υπερμεγέθη σώβρακά του σα φλάμπουρα και ως να τα στήσει στο σκοινί και να τους περάσει το μανταλάκι -παρ’ όλο που αυτή ήταν μια αναμενόμενη ενέργεια- έφευγε ένας ακαριαίος αναστεναγμός που ενεργοποιούσε το επόμενο στιχάκι, με τον ίδιο τρόπο που ενεργοποείται ένας πύραυλος σε εκτόξευση. Όλα αυτά, μέσα από τα δόντια και με φορά προς την πλάτη της που γίνονταν ένα τεράστιο ηχείο και βούιζε σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή.
Όσο πιο βάρβαρο ήταν το πρωινό ξύλο, τόσο πιο άσπρη η μπουγάδα. Στα χειρότερα, έπαιρνε μια παλιά χούβερ στην αγκαλιά -κάποιος την ξεφορτώθηκε και την οικονόμησε εκείνη- και ρούφαγε τη σκόνη απ’ τον αέρα. Μετά, έβραζε και όλα τα μαχαιροπίρουνα στην μεγάλη κατσαρόλα για πολύ ώρα και ύστερα τα έτριβε ένα ένα με σύρμα σε μια λεκάνη με απορρυπαντικό σκόνη, ξύδι και χλωρίνη.
«Βρε Μιμόζα, θα τα κάψεις τα χέρια σου, δεν κάνει…. Παράτα τον…»
«Είναι τα παιδιά.»

Έτσι, ανάμεσα στις μπουγάδες, την παλιά χούβερ και τα αποστειρωμένα μαχαιροπήρουνα κυλούσαν τα μοιρολόγια -μέρες, μήνες, χρόνια- απ’ τις οχτώ παρα δέκα ως τις δωδεκάμισι κάθε μέρα. Μετά έριχνε λίγο νεράκι στην αλτάνα με τις γαρυφαλλιές, κατάβρεχε και τα φύλλα με τα χέρια για να μην έχουν σκόνες, έκλεινε το παράθυρο και πήγαινε μέσα. Έμενε πίσω η αυλή να λαμποκοπάει απ’ την αντανάκλαση του σωβρακοφλάμπουρου και τις χρυσαλίδες του νερού πάνω στα πέταλα των λουλουδιών.
Μια μέρα αυτός, αφού την έδειρε μέχρι που μάτωσαν τα χέρια του, έβαλε ένα χειμωνιάτικο παλτό, ένα «κοστουμ’», μερικά χαρτιά και τα σώβρακά του σε μια κούτα του νερού, πήρε το μεσημεριανό βαπόρι και την παράτησε με τα τρία παιδιά.
«Πο’τάνα!»

Η Μιμόζα έζησε. Έκλαψε, έβρισε, μελαγχόλησε αλλά έζησε. Βρήκε δουλειά, αποταμίευε λεφτά, άλλαξε σπίτι, πάχυνε λιγάκι ώστε να δείξουν τα ωραία της μάτια και να στηθεί ξανά το μπούστο της. Συχνά, την ώρα του καφέ  θυμόταν το ένα και το άλλο και τσουπ! ενεργοποιούσε το μοιρολό’ι αλλά σε δυο λεπτά έπαιρνε βαθιά ανάσα, τίναζε το κεφάλι κι έστελνε πίσω όλα τα ποδοβολητά και τα χαστούκια που χτυπούσαν στους κροτάφους της.
«Πιο καλά είμαι τώρα. Κοιμάμαι τα βράδια. Έχω και τα παιδιά.»

Μετά από μήνες -και χρόνος μπορεί να ήταν, τι λέω;- ήρθε η είδηση από την αδερφή ενός παλιού γνωστού. Αυτός, ζει κάπου στην Εύβοια με μια Ρουμάνα μικρή, και τον κάνει ότι θέλει. Ως τότε στα παιδιά, ούτε ένα τηλεφώνημα. Καλά σ’ εκείνη. Αλλά στα παιδιά; Ούτε τι κάνουνε; Ζούνε πεθάνανε; Τίποτα; Η Μιμόζα πήρε φωτιά. Περπάταγε και πέταγε σπίθες. Μονολογούσε αφρίζοντας: μόνο ένα παχύ σσσσςςςςς ακούγονταν ανάμεσα στις λέξεις, σαν παφλασμός, σα να τις τρίβει σε γαλβανισμένους σωλήνες, μπροστά απ’ τα δόντια και προς τα έξω αυτή τη φορά, όχι προς την πλάτη.
«Θα σου δείξω εγώ»

Πριν να ξημερώσει πήγε και βούτηξε τα πόδια της στη θάλασσα για να ρίξει το φλεβίτη. Δυο ώρες στην παγωμένη θάλασσα και να κοιτάει τον ουρανό. Έπειτα πέρασε απ’ τον μπακάλη, γύρισε στο σπίτι, μαγείρεψε στα παιδιά για τρεις μέρες, άφησε τις αλλαξιές πάνω στο κρεβάτι της «αυτά για το σκολείο, αυτά για το σπίτι και το βράδυ να κλειδώνετε ω ζαγάρια! - ακούτε;» Έμεινε ξύπνια όλη τη νύχτα και ζωγράφιζε με τα μάτια στο ταβάνι δεκαοχτώ χρόνων οργή: ολόκληρη κατσαρόλα με φασόλια καυτά, στο κεφάλι. Μπροστά τα παιδιά, μπροστά κι ο αδερφός του και μετά με τα μούτρα στο κρεβάτι σαν να ήταν ζώο. Ρεζιλίκια, βρισιές και ξύλο. Και την άλλη μέρα να του τρίβει τα σώβρακα και τις φανέλες απ τα ξερατά στο χέρι.
Απ’ το κούτελο ως το σαγόνι, η Μιμόζα ήταν μια κροτίδα. Μια κροτίδα που δεν είχε κάνει ποτέ μπαμ. Πήρε το πρωινό βαπόρι, μετά το λεωφορείο και το ίδιο βράδυ τον βρήκε να πίνει φτηνό κρασί σ’ ένα καφενείο -το τελευταίο της πλατείας- και να μιλάει θολά αφήνοντας σάλια και μισομασημένες ελιές απάνω στα μουστάκια του.
«Σήκω. Να με πας στο σπιτ’»
«Ωραία βυζιά που ‘χεις μωρή Μιμόζα»

Τον πήρε υποβασταζόμενο στον ώμο της. Κάθε λίγο, έσκυβε για να τη φιλήσει κι εκείνη έφτυνε απ’ την άλλη μεριά. Φτάσανε και τον έβαλε να κάτσει στην μπεζούλα της αυλής, απέναντι απ την πόρτα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και βρήκε το κλειδί. Μπήκε μέσα, διπλοκλείδωσε, ξεφορτώθηκε την τσάντα της και κοίταξε γύρω. Καινούριες κουρτίνες, καινούριο ψυγείο, καινούριο κρεβάτι -διπλό, όχι εναμισάρι που την είχε εκείνη να κακοφορμίζει στο ένα πλευρό τόσα χρόνια-τόσα χρόνια!- τραπεζομάντιλο πάνινο εμπριμέ βαρύ και, πλυντήριο!
«Και πλυντήριο! Για την παλιοβρώμα. Την Ρουμούνα!»
Έκατσε πολύ ώρα στην άκρη του κρεβατιού κι έπιασε εκείνο το μοιρολό’ι. Αυτός έξω μουγκάνιζε και πότε-πότε χτυπούσε ξεθυμασμένα τα παράθυρα και την πόρτα.
«Άνοιξε! Τα βυζιά σου μωρή Μιμόζα. Άνοιξε να τα δω»

Μετά άκουσε και την άλλη. Πήγε απ το καφενείο και της είπανε πως τον πήρε μια γυναίκα. Ήρθε, κάτι είπανε - δεν ξεκαθάρισε μα δεν την ένοιαξε κιόλας- και μετά την άκουσε να φεύγει βρίζοντας στη γλώσσα της. Η Μιμόζα, έβγαλε το νυχτικό της απ’ την τσάντα, το φόρεσε, έβγαλε τις κάλτσες της, έτριψε λίγο τα πόδια της -καίγανε τα άτιμα- έκανε το σταυρό της τρεις φορές -βλάχα κι ορθόδοξη κι απ’ τα δυο της τα σόγια- κι έπεσε για ύπνο στο διπλό κρεβάτι. Βαθύς ύπνος, ακέραιος.

Το πρωί ξύπνησε αξημέρωτα. Κοίταξε απ’ το τζάμι. Αυτός κοιμόταν στην αυλή, ένα κομμάτι κρέας: το στόμα μισάνοιχτο, το πουκάμισο ξεκούμπωτο, τα μισά κουμπιά χαμένα. Ανοίγει το ψυγείο, πετάει όλα τα πράματα στη μέση του σπιτιού. Μετά τα συρτάρια: τραπεζομάντιλα, πετσέτες, φανέλες βρακιά, μπλούζες, φούστες, παντελόνια, ό,τι βρήκε. Τα στρωσίδια του κρεβατιού, τις κουρτίνες κι ότι φαγώσιμο είχαν μέσα τα ντουλάπια. Τα κάνει βουνό. Ανοίγει τις πόρτες του ψυγείου, το τραβάει με δύναμη, πέφτει, σπάνε και σακατεύονται όλα, η μία ξηλώθηκε. Κατεβάζει την πόρτα του φούρνου, πατάει πάνω, κομμάτια κι αυτή. Μετά πάει στο πλυντήριο. Πού τη βρήκε τόση δύναμη; Η πόρτα στα χέρια της. Με κάτι πιρούνια ξηλώνει κουμπιά. Φύλλο και φτερό το πλυντήριο.
«Της παλιο Ρουμούνας - της έφτιασε και προίκα»
Κάθεται μπροστά στο βουνό με τα ρούχα και τα τρόφιμα. Τα σκορπάει. Κατόπιν βγάζει απ’ την τσάντα της τρία μπουκάλια χλωρίνης «παχιάς» απ’ τα μεγάλα. Τα’ αδειάζει αργά πάνω σε όλα. Να πάει παντού. Να μην τρώγεται, να μην φοριέται, να μην στολίζεται τίποτα. Τί-πο-τα. Τα ρέστα της χλωρίνης στο διπλό το στρώμα.
«Αχχχχ!»

Όταν τέλειωσε, καμάρωσε για λίγο το έργο της, πήρε μια καθαρή φανελίτσα απ’ την τσάντα της, μια καθαρή κυλόττα και μια μικρή πετσέτα. Μπήκε στο μπάνιο, έκανε ένα ντους, χτενίστηκε, ντύθηκε, σκουπίστηκε απαλά, έβαλε λίγη Νιvea στα χέρια, ανοίξε την πόρτα κι απ’ τα δυο της φύλλα , βγήκε στην αυλή και στάθηκε όρθια μπροστά του. Αυτός, άνοιξε τα μάτια του, κάθησε όπως όπως κατάχαμα στην αυλή και προσπαθησε να διακρίνει τι γίνεται μέσα. Θα περάσανε και πέντε λεπτά. Μιλιά ο ένας, μιλιά ο άλλος. Κάποτε, σηκώθηκε με το ζόρι και ζαλισμένος πήγε ως την παραστάδα της πόρτας. Ακούμπησε με το σώμα του, κοίταξε μέσα. Ούτε λέξη. Γύρισε και κοίταξε απάνω του. Τα πόδια, τα χέρια του. Μετά, αρχινάει τα γέλια. Δυνατά γέλια, τρανταχτά, σιχαμένα.
«Ήρθες να με σκοτώσεις μωρή, μα δε με σκότωσες, δε μ’ έριξες στο πηγάδι.”

“Σε σκότωσα”.

Η Μιμόζα, έστρωσε την τσάντα στον ώμο της, έφτιαξε τα μαλλιά της με τα δάχτυλα κοιτώντας την ανατολή, γύρισε την πλάτη και έφυγε προς την πλατεία. Όσο απομακρύνονταν, είχε πιάσει έναν εύθυμο σκοπό, γρήγορο. Έβγαινε το τραγούδι απ’ την άκρη των χειλιών της, ξεθύμαινε απ’ την μύτη και στόλιζε τα όμορφα μάτια της. Στα καφενεία την κοίταξαν περίεργα, μα κανείς δεν τόλμησε να την ρωτήσει ποια ήταν, τι ήθελε, τι έγινε και πώς και τί. Η φωνή της ήταν γάργαρη και το σώμα της ελαφρύ. Πήρε το πρώτο πρωινό λεωφορείο της επιστροφής. Σ’ όλο το δρόμο τραγούδαγε.




μέγας καζαμίας/σελ.123

29 02 2008

zoo_kazamias_20041.jpg

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.

ΜΕΓΑΣ ΚΑΖΑΜΙΑΣ, Ο δορυφόρος 2004, Μαγειρική, Ζαχαροπλαστική, Γεωργία, Ονειροκρίτης, Μελισσοκομία, Πτηνοτροφία, Εκδόσεις Ρουμελιώτη

2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).

Διαθέτει!

3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.

Μίιια, δύυυυο, τρεις!, τέσσσσερεις, πέντε!

4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη*).

[Τα άνθη και η σημασία τους] 

Βυσσινιά-άνθος: είσαι πολύ ακατάδεκτη, κλώνος: ζηλεύω γιατί μιλάς σε άλλους.

Γαζία-άνθος: είσαι πολύ όμορφη, κλώνος: υποφέρω για σένα.

Γεράνι-άσπρο: αμφιβάλλω για την αγάπη σου, κόκκινο: είσαι κουτή

5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

Σύμφωνα με τον Καζαμία του 1999 (εκδ. Δαρέμα), που τον συμβουλεύομαι πάντα πριν από αυτόν του 2004, δεν είναι η κατάλληλη περίοδος να καλέσω κι άλλους στο παιχνίδι γιατί είδα στον ύπνο μου ταβάνι και όπου ταβάνι:αν το βλέπεις ψηλό και ωραίο,θα πραγματοποιηθούν οι ελπίδες σου. Αν πέφτει και σε πλακώνει, θα σε κακολογήσουν. Κι επειδή το ταβάνι του ονείρου μου ήταν κάπου στη μέση, λέω να μην το διακινδυνεύσω.

__________________________________________________________________

Mπαμπάκη, ευχαριστώ για την πρόσκληση. Ειλικρινά, βρίσκω αυτά τα παιχνίδια (εντάξει όχι όλα) πολύ διασκεδαστικά και μάλλον πιο ευχάριστα από την ενασχόληση με τους Καψαμπέληδες, τους περιορισμούς και τις ελευθερίες των blog. Η εξαγγελία ανόητων νόμων για την “ρύθμιση” και την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο είναι πολύ αθωώτερη από τον εισοδισμό που έυκολα μπορεί να γίνει αν οι τιμητές ανοίξουν -σε μηδενικό χρόνο- τα δικά τους blog, αλλάζοντας έτσι την εικόνα, το λόγο  και τη χρήση τους. Θα είναι αποτελεσματικότεροι και θα κάνουν τη δουλειά τους με λιγότερη φασαρία. Αυτά θα πρέπει να προσέχουμε μάλλον παρά τους γελοίους κακαουνάκηδες που με πονηρό μισόκλειστο μάτι πλησιάζουν την κάμερα απ τα τηλεοπτικά παράθυρα και λένε με νόημα: Ώστε αυτά -τα πως τα λένε- τα μπλλογκζ, έχουν διαχειριστές εεεεε;;;; Και όπως σοφά είπες: Κάποιους τελικά το τελευταίο καλοκαίρι τους πείραξαν περισσότερο οι μούντζες στη Βουλή παρά οι πυρκαγιές…. Αλλά βλέπεις, δεν ανοίγουν και κανένα Καζαμία να ξεστραβωθούν: Μούντζες: αν βλέπεις ότι μουντζώνεις εσύ, θα μάθεις νέα από κάποιο μακρινό αγαπητό πρόσωπο. Αν δεις κόσμο πολύ να σε μουντζώνει φοβερές ταραχές και ξαφνικές ζημιές θα έχεις.

Σμακς!




this ain’t a fuckin’ game

26 02 2008

zoo_pote21.jpg

Η πιο τρύπια λέξη, η πιο άχρηστη, η πιο πεταμένα λεφτά, η πιο αυθάδικη και επιπόλαιη που ξεφυτρώνει ακριβώς όταν πιστεύεις πως έχεις καταλήξει και ξεχωρίσει τι κρατάς και τι αφήνεις. Η λέξη-αντισύλληψη της πραγματικότητας. Η λέξη-παγίδα της σκέψης και των συναισθημάτων. Η λέξη-αράχνη που το μοναδικό περιθώριο που αφήνει, είναι να την πεις όταν πια κοντεύει να βγει η ψυχή σου. Πχ.: Δεν πήγα ποτέ στα Γιάννενα ή Δεν έφαγα ποτέ παστίτσιο ή Δεν έτυχε να σκοτώσω ποτέ κανέναν (και πάλι, μόνο στην περίπτωση που δεν αντισταθεί η ψυχή σου και ξανακάτσει στη θέση της, έστω και για λίγα λεπτά, διότι ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να φέρει ταπεράκι με παστίτσιο η ψυχοπονιάρα γειτόνισσα και να σπάσει ο διάολος το ποδάρι του να γλύψεις το πιρούνι.) 

Όλα τα άλλα «ποτέ» στη διάρκεια του βίου -ειδικά αυτά που συντάσσονται με μέλλοντα- είναι απλώς αξιολύπητα.

and this ain’t a fuckin’ game…αλλά το βαρύ γάντι του Κ.Κ.Μοίρη:-)




pneumonia spitoza

22 02 2008

roger-fenton_cloud-study_1859.jpg

Rotzer Fenton, Cloud study, 1859

 

Συνήθως καθόταν πίσω μου.
-Ρε συ, έχω πεθυμήσει σπουργιτάκια των Άλπεων με σπανάκι.
-Σκάσε Κόντε, θα μας πετάξουν έξω.
-Αχός βαρύς ακούγεται και την πετάγουν έξω!
-Θες μια τσίχλα; Μισή ωρίτσα έμεινε, θα περάσει.
-Ξενέρωτη! Τουλάχιστον θα πάμε μετά για ούζα με τον Σφραγίδα;
-Έχει αμάξι;
-Έχει.
-Γκουχ. Γκουχ. Συγνώμη, κύριε Μεταξά… Η πισινή μου δεν αισθάνεται καλά.
-Ξεφορτωθείτε με και οι δύο, μπας και μπορέσω να κάνω μάθημα. Μουλάρες!

…………………………………………………………………………………….
Ανάσκελα στη μέση του δρόμου κάπου στην Βουλιαγμένης, πολλές ώρες μετά. Ένα σύννεφο αλκοόλης με γλυκάνισο καλύπτει τα σώματα μας. Η παλιά Οpel με τα γκράφιτι ορθάνοιχτη και το ράδιο να παίζει Αerosmith. Γλυκοξημερώνει με συννεφιά.
-Κι αν μας πατήσει κανένα αμάξι;
-Δεν γίνονται αυτά ρε…
-Κόντε, θα γεράσουμε ρε συ;
-Εννοείς, αν θα γίνουμε εκείνα τα ζαρωμένα πλάσματα που βλέπουν συνεχώς τηλεόραση, είναι σκεπασμένα με κουβερτάκι, σκουντουφλάνε με στραβοπατημένη παντόφλα πάντα στο ίδιο σημείο και φοράνε τα πρεσβυωπικά του κάθε φαρμακοποιού για να ξεχωρίσουν τα κέρματα;
-Ξέρω και ‘γω… Ναι αυτό.
-Μπα… Μη λες κουταμάρες.
……………………………………………………………………………………….

Αυτό το γ@μημένο κρυολόγημα, μ’ έκανε δέκα φορές να σκουντουφλήσω στο ίδιο σημείο και κάθε κρόσσι απ’ το κουβερτάκι με έδωσε στεγνά σε βασανισμένους δεκάλεπτους ύπνους με βήχα, πυρετό και ιδρώτα, ανακατεμένα με εμβοές και παραισθήσεις. Στο ταβάνι ξημερώνει συννεφιά και τα τηλεφωνήματα τελειώνουν με στοργικές συμβουλές: να προσέχεις, να ντύνεσαι, να τρως, Απ’ τη μια τα εμπριμέ πέτα της Όλγας Τρέμη, απ’ την άλλη ο Νευρικός Εραστής με τη Νέα Υόρκη που αγάπησα (κι ως τώρα δεν έχω πάει), από κάτω ο καναπές να κάνει την πλάτη μου πεδίο μαχών και γύρω μου η Κόντε με τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της. Αν σκεφτώ λογικά -πράγμα δύσκολο- πόσο να κρατήσει πια έξι, εφτά μέρες; Άντε, δέκα; Σε φτάνουν δέκα μέρες ενός συνηθισμένου κρυολογήματος στο σημείο να μετράς τα κέρματα με πρεσβυωπικά άλλου; Δεν πρέπει ν’ αποκτήσω πρεσβυωπία πρώτα; Γκουχ, γκουχ και άει σιχτιρ!




the woodchopper

18 02 2008

woodchopper.gif

Yoga Exercise for Chakra Three, Manipura, The Woodchopper

Όποιος δεν ανταποκρίνεται έστω και στοιχειωδώς σ’ αυτήν την άσκηση, θα τον φάει η αρκούδα.

Κρύο λέμε.




Φάκας ruleZz

14 02 2008

13_undercuffler_boy.jpg 

illustrator,Gary Undercuffler

Για το καλό της ημέρας, φιλοξενούμε σήμερα στον Κήπο τον Κωσταντίνο Σέξους. Το παρόν αφήγημα με τις περιπέτειες του θρυλικού Φάκα (Φάκας= Αυτός Που Του Τον Τραβάνε Οι Σαράντα Γκόμενες Μαζί) αποτελεί μιαν ελεγεία στα μυστικά του έρωτα. Το πρώτο μέρος, με τίτλο Οι κουφές, μπορείτε -όσοι θέλετε να παγιδευτείτε- να το βρείτε εδώ.

Παζλ.

του Κωσταντίνου Σέξους

Πέντε μαρτυρικά λεπτά απέμεναν ακόμα για να τελειώσει η ώρα της αριθμητικής. Εκείνη τη στιγμή, η κυρία Τασία κατέβαζε την βέργα της, μ’ όση δύναμη της επέτρεπε ο νόμος -δηλαδή απεριόριστη- στο απλωμένο χέρι του κάθιδρου κι έτοιμου να καταρρεύσει μπροστά στον πίνακα, Μπουϊτόνι. Προφανώς η απάντηση «πενηνταεπτά» στην ερώτηση «πόσο κάνει πέντε επί επτά» δεν ήταν η σωστή.
Καθώς το ουρλιαχτό πόνου του παγιδευμένου συμμαθητή μας συμπυκνωνόταν σε χοντρά δάκρυα που άρχισαν να κυλούν στ’ αφράτα μάγουλά του, ο Μύγας, που καθόταν πίσω μου, με χτύπησε απαλά στην πλάτη και μου είπε να βάλω το χέρι μου κάτω από το θρανίο για να μου δώσει κάτι «σημαντικό».
«Απ’ το Φάκα…», ψιθύρισε συνωμοτικά χώνοντας στο χέρι μου ένα σπιρτόκουτο που επάνω έγραφε «προς νταγιάν: ΕΝΤΑΘΑ!». Τα γράμματά του ήταν όπως πάντα τόσο φρικιαστικά που αν τα έβλεπε η κυρία Τασία θα τον πλάκωνε αυθόρμητα σε αμέτρητα χαστούκια απεριόριστης δύναμης.

Το «ΕΝΤΑΘΑ!» -έτσι ακριβώς, με κεφαλαία και θαυμαστικό- συνήθιζε να το κολλάει σε όλα του τα γραπτά, αφότου επιστρέψαμε στο σχολείο μετά από τις διακοπές των Χριστουγέννων, εδώ και δύο μήνες δηλαδή. Στα διαγωνίσματα, πάνω στην ολόλευκη κόλλα που κάποτε συνήθιζε να παραδίδει, τώρα πια, κάτω από το όνομά του, σημείωνε με μεγάλα γράμματα: «γα τιν κιρυα τασία: ΕΝΤΑΘΑ!». Προφανώς θα το είδε σε κανένα φάκελο γραμμένο ως «ΕΝΤΑΥΘΑ» και θα τον εντυπωσίασε σα λέξη. Επειδή όμως ο Φάκας δε φημιζόταν για την σχολαστικότητά του στη ορθογραφία, κατά τη μεταφορά της λέξης μέσω του οπτικού νεύρου από το φάκελο στα εγκεφαλικά του κύτταρα κι από ‘κει στα γραπτά του, κάπου εκεί μεταξύ δεξιού λοβού και παρεγκεφαλίδας, χάθηκε ένα «Υ». Ο Φάκας δεν πολυσκοτιζόταν για τέτοιες λεπτομέρειες κι έτσι άρχισε από τότε να το κολλάει παντού. Πήγαινε στο διάλειμμα για κατούρημα; Άφηνε στο θρανίο του ένα χαρτάκι που έγραφε: «παο γα κατυροιμα: ΕΝΤΑΘΑ!». Τον καλούσε ο διευθυντής στο γραφείο για τις συνηθισμένες επιπλήξεις; «ιμε με το δγεθιντι: ΕΝΤΑΘΑ!». Για νερό θα πήγαινε; Για μπάλα; Για ξύλο; Πάντα άφηνε ενημερωτικό σημείωμα στο θρανίο του: «δέρνο το γοζίλα: ΕΝΤΑΘΑ!».
Μια φορά, μετά από το δεύτερο διάλειμμα, εξαφανίστηκε. Ψάξαμε κάτω απ’ τα θρανία, μέσα στα ντουλάπια, κάτω απ’ τα’ αυτοκίνητα, στις τουαλέτες, πάνω στα δένδρα, αλλά ο Φάκας δεν ήταν πουθενά. Άφαντος! Η κυρία Τασία κόντεψε να τρελαθεί. Φώναξε το διευθυντή. Ο διευθυντής είπε: «Παυλίδη, Παλαιολόγε, Αρβανίτη… Πού είναι ο Οικονόμου;». Κανένας μας όμως δεν ήξερε. Μας βασάνισε για λίγο, τραβώντας μας τ’ αυτιά και χτυπώντας μας με τον μακρύ ξύλινο χάρακα που κουβαλούσε πάντα μαζί του και μετά βγήκε απ’ την τάξη λέγοντας: «Πολύ καλά λοιπόν… Πάω να τηλεφωνήσω στην αστυνομία!». Τότε ξαφνικά εμφανίστηκε ο Μύγας κάτω από το θρανίο του Φάκα κρατώντας στα χέρια του ένα χαρτάκι από εκείνα στα οποία άφηνε ο Φάκας τα μηνύματά του. «ύμε στα ufo: ΕΝΤΑΘΑ!» απήγγειλε εορταστικά ο Μύγας και όλων η καρδιές πήγαν στη θέση τους εκτός από αυτή του διευθυντή ο οποίος έφυγε τρέχοντας πεπεισμένος πως θα έπρεπε να τηλεφωνήσει, όχι πια στην αστυνομία αλλά, στη ΝΑΣΑ.

Έφερα με προσοχή το σπιρτόκουτο πάνω στο θρανίο και το κόλλησα σχεδόν στην πλάτη του Γοζίλα που καθόταν μπροστά μου. Δίπλα μου ο Βούτας, μόλις είχε παραλάβει το δικό του και το περιεργαζόταν σκεφτικός.
«Ογδόντα επτά…;», ακούστηκε πνιγμένη στους λυγμούς η φωνή του Μπουϊτόνι από τον πίνακα και καθώς η βέργα έσκιζε για μια ακόμη φορά τον αέρα άνοιξα προσεκτικά το κουτί. Μέσα στο «συρταράκι» βρήκα δέκα κομματάκια χαρτί, σκισμένα από κάποιο περιοδικό, σε μεγέθη που ποίκιλαν από αυτό ενός νυχιού εώς αυτό του σπιρτόκουτου. Η μία τους πλευρά ήταν σχεδόν μονόχρωμη: κακοτυπωμένο αγγλικό κείμενο πάνω σε βρώμικο ροζ φόντο. Η άλλη πλευρά είχε ένα ανοιχτόχρωμο μπεζ χρώμα, το οποίο σε κάποια σημεία ήταν σχεδόν λευκό και σε άλλα γινόταν σκούρο καφέ μαζί με κόκκινο ή ροζ. Πολλές φορές το χρώμα φαινόταν να χάνεται τελείως μέσα σε κάτι λεπτές μαύρες οπές. Σ’ ένα χαρτάκι ξεχώριζε μια τούφα ξανθά μαλλιά, αλλού ξεχώρισα δύο μισάνοιχτα χείλια κι ανάμεσά τους ένα δόντι, και σ’ ένα άλλο δύο δάχτυλα ποδιού. Αισθάνθηκα τα μάγουλά μου να φλέγοναι κι η καρδία μου άρχισε να χτυπάει λίγο πιο γρήγορα. Γύρισα και κοίταξα τα χαρτάκια του Βούτα. Κι εδώ μια απ’ τα ίδια. Ένα μισόκλειστο μάτι με μεγάλες βλεφαρίδες, δυο τρία γυναικεία δάχτυλα που ακουμπούσαν σε κάτι υγρό, και πολλά άλλα παρόμοια με τα δικά μου: κυματισμοί, οπές, χάσματα, εναλλαγές αποχρώσεων. Ο Βούτας είχε ξεχωρίσει και κοιτούσε σαν υπνωτισμένος ένα κομματάκι που απεικόνιζε ένα λευκό λοφάκι που στην κορυφή του κατέληγε σε μία ανοιχτόχρωμη ροζ θηλή.

Ο παρατεταμένος ήχος του κουδουνιού κάλυψε το τελευταίο ουρλιαχτό του Μπουϊτόνι. Ο Μύγας πετάχτηκε από το θρανίο του λέγοντας: «Φάκας. Τουαλέτες… Πάρτε τα κουτάκια!» κι εξαφανίστηκε ποδοπατώντας σχεδόν τον Γοζίλα, τον Πίπη και δύο (τρία με άριστα το δέκα) κορίτσια που βρέθηκαν στο δρόμο του.
Μέσα σε δύο λεπτά πέντε ζευγάρια μάτια ήταν καρφωμένα στον Φάκα που καθόταν πάνω σ’ έναν από τους νιπτήρες και σκάλιζε τη μύτη του.
«Φέρατε όλοι τα κουτιά σας, ρε φάκες;».
Πέντε χέρια τεντώθηκαν προς το μέρος του κρατώντας τα σπιρτόκουτα. Το πέμπτο, του Μπουϊτόνι, ήταν κατακόκκινο από τις ξυλιές. Με το άλλο κρατούσε μια τυρόπιτα.
Ο Φάκας χαμογέλασε ικανοποιημένος. «Σε πέντε λεπτά χτυπάει το κουδούνι. Προλαβαινετε δεν προλαβαίνετε.» Πήδηξε απ’ τον νιπτήρα, πέρασε καμαρωτός καμαρωτός από μπροστά μας, πήρε την τυρόπιτα από το χέρι του Μπουϊτόνι και χωρίς να πει λέξη, βγήκε στην αυλή αφήνοντάς μας μόνους με τα κουτάκια μας.
Χωρίς καθυστέρηση, ο Μύγας άρπαξε το χαρτί της τυρόπιτας από το χέρι του Μπουϊτόνι και το έστρωσε σε μια άκρη στο πάτωμα, ισιώνοντάς το με την παλάμη του. Ο Γοζίλας μίλησε πρώτος.
«Εγώ έχω αυτά». Άνοιξε το κουτί του και άδειασε το περιεχόμενό πάνω στο λαδωμένο χαρτί. Ένας ένας με τη σειρά αδειάσαμε κι οι υπόλοιποι τα χαρτάκια μας και στρωθήκαμε στη δουλειά. Γυρίσαμε πρώτα τα χαρτάκια απ’ τη σωστή πλευρά. Ύστερα τα χωρίσαμε ανάλογα με το «περιεχόμενο». «Μαλλιά» σε μια μεριά, «πρόσωπο» από κάτω, «δάχτυλα χεριών», «δάχτυλα ποδιών», «χέρια» από ‘δω, «μπούτια-γάμπες» από ‘κει… Τα «αγνώστου προελεύσεως» μπήκαν όπως πάντα στην άκρη για το τέλος.
Ο Μύγας έβγαλε την κόλλα κι αρχίσαμε να συνθέτουμε σιωπηλοί την εικόνα κολλώντας ένα ένα τα κομματάκια στο χαρτί της τυρόπιτας. Σιγά σιγά άρχισε να σχηματίζεται το πρόσωπο μιας όμορφης νεαρής γυναίκας με μακριά ξανθά μαλλιά, σκοτεινά μάτια και κατακόκκινα χείλια.
«Ρε Μύγα πρόσεχε λίγο. Το μάτι που κόλλησες για δεξί, είναι το αριστερό!».
«Χέσε με ρε Γοζίλα! Στο μάτι κόλησες τώρα; Παρακάτω είναι τα σημαντικά!»
Ο Μύγας, ήταν η αλήθεια δεν έδινε ποτέ ιδιαίτερη σημασία στο πρόσωπο. Μια φορά είχε κολλήσει ένα δάχτυλο ποδιού στη θέση του ενός ματιού, και κάποτε είχε μπερδέψει το στόμα μιας κινέζας με τον αφαλό της.
«Έχω μόνο ένα βυζί εδώ! Πού είναι το άλλο βυζί;». Ο Μύγας είχε σχεδόν τελειώσει το κόλλημα. Πάνω στο χαρτί είχε ολοκληρωθεί η εικόνα της ξανθιάς γυναίκας, η οποία ήταν καθόταν ολόγυμνη σ’ ένα παγκάκι. Η θέση των κάτω άκρων της φάνταζε κάπως …υπερφυσική για τα παιδικά μάτια μας, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν αυτό οφειλόταν εξ ολοκλήρου στη βιασύνη του Μύγα ή αν υπήρχαν πραγματικά γυναίκες που μπορούσαν να ξεδιπλώσουν με τέτοιο τρόπο τα πόδια τους.
«Πού το ξέρεις ότι λείπει βυζί;». Ο Πίπης είχε συμπεριληφθεί απ’ τον Φάκα για πρώτη φορά στο παιχνίδι και είχε πολλές απορίες.
«Τι πάει να πει πού το ξέρω;»
«Μπορεί εκεί…» ο Πίπης έδειξε το κενό στην αριστερή πλευρά του στέρνου, «…να λείπει κάτι άλλο.»
Γυρίσαμε όλοι και κοιτάξαμε την τρύπα απ’ όπου φαινόταν το λαδωμένο χαρτί της τυρόπιτας.
«Σαν τι να λείπει δηλαδή;» ρώτησε ο Μύγας μισοκλείνοντας τα μάτια.
«Ξέρω’γω; … Η καρδιά της ας πούμε…»
Τέσσερα «Ωωχ!» ακουστήκαν ταυτόχρονα. Ο Πίπης είχε κατακοκκινήσει κι έτρεμε.
«Πίπη, είσαι ηλίθιος το ξέρεις;… Λοιπόν…», ο Μύγας γύρισε προς τους υπόλοιπους. «Έχει κανείς το βυζί να τελειώνουμε;». Κοίταξα τον Βούτα κι εκείνος χαμήλωσε τα μάτια.
Κανείς δε μίλησε.
«Οκέι. Έτσι κι αλλιώς αυτή τη βδομάδα είναι η σειρά του Μπουϊτόνι να πάρει το χαρτί. Χέστηκα εγώ για το βυζί.». Σήκωσε το χαρτί, το έδωσε στον Μπουϊτόνι και βγήκε στην αυλή. Εκείνος το κράτησε μπροστά του κι αφού το παρατήρησε για λίγα δευτερόλεπτα, είπε:
«Ρε ‘σεις… Πέντε επί δέκα… Σαρανταεννιά κάνει;»
Το κουδούνι διέκοψε τις σκέψεις μας κι όλοι τρέξαμε στην τάξη για την ώρα της Φυσικής Ιστορίας.

Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια, μέχρι να καταφέρουμε να ξεπεράσουμε τα παζλ του Φάκα -«Σύνδρομο του Φράνκενσταϊν» το αποκαλούσαμε αργότερα χαριτολογώντας - και να μπορέσουμε να δούμε τις γυναίκες γύρω μας ως κάτι διαφορετικό από ένα σύνολο επιμέρους εικόνων, άτσαλα και κατά βούληση συντεθειμένων στη φαντασία του καθενός μας.
Κάποιοι από εμάς έφαγαν μάλιστα και χαστούκια απεριόριστης δύναμης μέχρι να το καταλάβουν…
Τελικά όμως δεν ξέρω… Το καταλάβαμε;

______________________________________________________

Ο Κωσταντίνος Σέξους, φύτρωσε στις παρυφές του Μαύρου Δάσους και μεγάλωσε σε μια κατηφόρα. Γράφει και στοιχειοθετεί καθημερινά περισσότερες από 323 σελίδες μικρών αριστουργημάτων. Στον ελέυθερο χρόνο του κατασκευάζει συλλεκτικές λουκανικοπαγίδες και πειραματίζεται στις νυχτερινές πτήσεις με φτερά παστού μπακαλιάρου. Δεν είναι να τον εμπιστεύεται κανείς.

Έργα του ιδίου δεν έχει, έχει όμως έργα άλλων: 1.Faster Pussycat! Kill! Kill! (Russ Meyers) 2.You and your sister (Chris Bell 3.Ο απολυμαντής (William S. Burroughs).




μια στιγμή

13 02 2008

brian-stauffer4.jpg

illustrator: Brian Stauffer

*

Kι αν σβωλιάσει η μπεσαμέλ; Να κοιτάξεις να τιθασεύσεις το τυχαίο μωρό μου. Να δεις τι άλλο είπε. Α ναι, και λίγο μοσχοκάρυδο. Κι αν μου αντισταθεί το μοσχοκάρυδο; Σφίξε το όμορφα στον αντίχειρα και θα καταλάβει πόσο αξιαγάπητη είσαι.
Πάλευε με τις πιθανότητες. Το βέβαιο ήταν πως η μπεσαμέλ θα σβώλιαζε.

[...] και τότε έκανε μια τρυφερή κίνηση. Τα μάτια του γέμισαν -γιατί ως τότε ήταν αδειανά- και είδε το μπράτσο του να ξεδιπλώνεται. Φάνηκε η φλέβα κάτω απ’ το διάφανο δέρμα στη μέσα μεριά του αγκώνα. Πέρασε την παλάμη του με κόπο ως το μαξιλάρι για να το φέρει μαλακά κάτω απ’ τον αυχένα της. Για μια τόση δα στιγμή, θα ορκιζόταν πως άκουσε το αίμα του να σουσουμίζει. Εκείνη τη μια στιγμή τον αγάπησε [...]

Αλλά σάμπως την ένοιαζε; Με τις ξαφνικές πείνες που την έπιαναν και το ταψί θα ροκάνιζε. Εξάλλου, όλες αυτές οι κουβέντες -και μάλιστα με χρέωση τηλεφωνική- για την απαλή υφή της κρέμας, τη φορά του σύρματος μωρό μου, τα αυγά και πως τα ελέγχουμε σ’ ένα ποτηράκι, γίνονταν για να βάζει το χρόνο της σε μια τάξη. Έτσι κι αλλιώς θα σβώλιαζε. Αλλά ακόμα κι αυτό, ήταν αδύνατο να το κάνει χωρίς αυτές τις χρήσιμες οδηγίες.

___________________________________________________

Μεταμεσονύχτιο ποστ, τι να σου κάνει; Ξεβράστηκε από ένα σιδερένιο κουτί τακτοποιώντας το υπόγειο. Συνταγή για μπεσαμέλ δεν δίνω: σβωλιάζει.

___________________________________________________

*Προσευχή (για τέσσερεις τούμπες) 1988, Γιάννης Ζουγανέλης, Τuba




Κατίνα: anemone coronaria

9 02 2008

zoo_agries-anemones.jpg

[...]

Ελένη, αυτές τις έφερε η Κατίνα από τις Δήλες




deζign: πόσο να βάλω;

7 02 2008

zoo_design_21.jpg

Μετά από τις διαμαρτυρίες του πλήθους των επισκεπτών αυτού του βλογ, αποφάσισα να ανεβάσω 300 ml ποστ γιατί λίτρο δεν έβγαινε με τίποτα.
Λοιπόν, αν και με πρόλαβε ο Αθήναιος (που παρά τις γκρίνιες του είναι φιλότιμο παιδί και μέσα σε όλα), το σαββατοκύριακο που πέρασε ήταν αφιερωμένο στη designwalk. Αυτή η μικρή περιπέτεια αφορά, σ’ έναν περίπατο σε 14 δημιουργικά γραφεία στην περιοχή του Ψυρρή, που ξεκίνησε πέρυσι κάπως αμήχανα αλλά φέτος φάνηκε να παίρνει μια πιο οργανωμένη μορφή με πολλές και ενδιαφέρουσες συνεργασίες, μπόλικο κόσμο και αρκετό παιχνίδι.
Το ενδιαφέρον ήταν ότι οι δημιουργοί, δεν άνοιξαν απλώς τις πόρτες τους στο ευρύ κοινό, αλλά συνεργάστηκαν με σχεδιαστές απ’ όλο τον κόσμο και απ’ όλους τους χώρους του design και «συνομίλησαν» γύρω από αυτό χωρίς συγκεκριμένο θέμα, μετατρέποντας τα γραφεία τους σε εκθεσιακούς χώρους. Αυτή η έκθεση ήταν περισσότερο μια υπενθύμιση ότι το design, αφορά κάθε τι στην καθημερινή μας ζωή κι αυτό θα πρέπει να το χωνέψουμε. Δεν έχει να κάνει δηλαδή μόνο με τη διαφήμιση αλλά μπορεί να είναι παρεμβατικό, πολιτικό, μπορεί να ανατρέπει την εικόνα ενός χώρου ή μιας ολόκληρης πόλης. Προϋπόθεση βέβαια είναι να αποφεύγεται η αυτοκατανάλωση και ο εγκλωβισμός στην αυταρέσκεια του ίδιου του σχεδιασμού (αλλά ποιος γλιτώνει…). Για αυτές τις αμαρτίες όμως, δεν θα κάνουμε κουβέντα μπροστά στην τόσο ωραία πρωτοβουλία που μας έβγαλε από τον ανταγωνισμό της καθημερινότητας. Χώρια που είδαμε κι ένα σωρό κόσμο…
*

Τέρμα με το λιποβαρές δελτίο τύπου.
Ας συνεχίσουμε να παίζουμε με τα κλικς .

Εδώ, Κάραμποττ-Κατζουράκης. Μια από τις καλύτερες εκθέσεις που έχουν να κάνουν με την ιστορία της γραφιστικής και της αφίσας στην ελλάδα του 20ου αιώνα, στο Μπενάκη της οδού Πειραιώς έως τις 23 Μαρτίου, όπου μπαίνουν μερικά πράγματα στη θέση τους.
*
Εδώ αφίσες του πρωτομάστορα Δημήτρη Αρβανίτη (προσκεκλημένοu των Poor Designers) απ’ τη σειρά social design, που όπως γράφει κι ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, είναι ο Έλλην πρωταθλητής στο καίριο χτύπημα με ένα μόνο στόχο: το δόξα πατρί του ανύποπτου διερχόμενου. Μην παραλείψετε το next κάτω και δεξιά στη σελίδα για να τις δείτε όλες!
*
Εδώ οι ωραίοι του b-station (Bend, Designpark kai No Logo) που άπλωσαν μελάνια, ρολά, lettraset, σφραγίδες, μπογιές και χαρτιά και μας προέτρεψαν να παίξουμε με παλιές τυπογραφικές τεχνικές αλλά χωρίς την αυστηρότητα του τεχνίτη στο μάρμαρο. (αυτό μου άρεσε περισσότερο απ’ όλα).
*
Εδώ (άσχετο) ένα απ’ τα πιο αγαπημένα μου αντικείμενα -σχεδιαστικά και πρακτικά- που έρχεται από την δεκαετία του 1930.

Enjoy!




wet post II

28 01 2008




το χασαπάκι

24 01 2008

grunge-heart_low.jpg 

Δυο μέρες έκανε η γάτα να φανεί στο σπίτι. Το παιδί έκλαιγε πάνω από τη ξηρά τροφή κι ο καναπές ήταν σαν λείψανο χωρίς γουργούρισμα. Χρειάστηκαν: τρια ψι-ψι-ψι ανά ώρα απ’ το μπαλκόνι σε βάρος των γειτόνων, μια ευχή στο μαγικό φασόλι με σβηστά φώτα και νύχι φεγγάρι, τριαντατρείς βουβές υποσχέσεις ότι δεν θα την ξαναβάλουμε ποτέ στο σκάνερ και τέλος, ένα ταψί φανουρόπιττα της γιαγιάς «υπέρ απωλεσθείσης γαλής αγιεμουΦανούρη»  για να επιστρέψει την τρίτη ημέρα  με το ένα μάτι κλειστό και κηλίδες από λάδια μηχανής αυτοκινήτου στο τρίχωμά της. Την υποδεχθήκαμε με τιμές. Την πλύναμε, τη σιδερώσαμε, της φορέσαμε μεγαλύτερο κουδούνι για να την ακούει και ο κυρ-Κώστας που βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο του οικοδομικού τετραγώνου και τη μαλώσαμε τρυφερά απαγγέλοντάς της μερικές αράδες από την Κόλαση του Δάντη (έξω σε περιμένει ο Κέρβερος, θεριό μοναχό, με τρεις λαιμούς, με φλόγες μάτια, μαύρα λερά γένια κλπ κλπ) για να την φοβερίσουμε και να μην  ξαναφύγει χωρίς να μας το πει. Τίποτα. Μετά από τρεις μέρες, το ξαναέκανε.

-Μαμά, αυτή τη φορά καλύτερα να της πεις την δική σου ιστορία. Ξέρεις, που ήθελες να γίνεις χασαπάκι, αλλά η ζωή άλλα λογάριαζε...

-Όμως παιδί μου, χασαπάκι δεν έγινα όπως πάντα ονειρευόμουν, παρ’ όλο που και ελίτσα έχω και φρύδια σμιχτά θ’ άφηνα ευχαρίστως και ξέρεις πως εξαντλώ το όνειρό μου αυτό, μόνον περιστασιακά και βεβαίως χωρίς αμοιβή.

-Ναι, αλλά μπορούμε να προσπαθήσουμε με τη γάτα. Νομίζω πως θα φοβηθεί αρκετά, ώστε την επόμενη φορά να σε πάρει στα σοβαρά όταν θα της πεις:

θα σε ξελουριάσω σαν γουρούνι αν τολμήσεις να εξαφανιστείς ξανά!




αντισταθείτε μ’ ένα ποίημα

18 01 2008

zoo_doodad.jpg

——–

———- 

ΔΥΟ ΓΡΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΣΑΝ—— 

του Πανάγου Αξιώτη 

Όταν το άρωμα του φλεσκουνιού,

που ζεμάτιζε κάθε πρωί στο κατώφλι της

η γριά Κανόνα,

έπαψε πια να με ξυπνά,