το γαλακτομπούρεκο της κυρίας Παπαδήμου

9 11 2007

the-girl-with-a-glass-of-beer_niko-pirosmani_oil-on-canvas.jpg

The girl with a glass of beer, Nikolai Aslanovich Pirosmanashvili

Πώς είχε χωρέσει όλη την ανατολή σ’ αυτό το μικρό δωμάτιο, ήταν ένα θαύμα. Οι τοίχοι, οι κουρτίνες, οι στόφες, τα ρούχα, μύριζαν χειροποίητο κάρυ και αρωματικό λιβάνι. Η ίδια, μεσήλικη με προσεγμένες σαντρέ ανταύγειες, και πλούσιο μπούστο , περιφέρονταν στον χώρο σαν αέρας, παρά τα χρονάκια που κουβαλούσε. Η αλήθεια είναι πως ο χρόνος δεν την είχε κακομεταχειριστεί. Απ’ τη φύση της διέθετε ωραίο σταρένιο δέρμα, και τα παραπανίσια κιλά δεν επέτρεπαν δυναμική την επέλαση των ρυτίδων. Σαν ζωντανή οδαλίσκη, η κυρία Παπαδήμου είχε καταλάβει τον χώρο με τον όγκο της και κανείς δεν μπορούσε να της αντισταθεί αρκεί να περνούσε εκείνο το κατώφλι.

Το καθημερινό της πρόγραμμα ήταν εξαιρετικά αυστηρό: το πρωί πριν ακόμα κοιταχτεί στον καθρέφτη, έκανε μεντιτέισον. ‘Εψηνε καφεδάκι και στη συνέχεια, αφού έπλενε με σαπούνι πρόσωπο, στήθος, λαιμό, έπαιρνε ένα βαμβάκι το έλουζε με κολόνια και ξαναέκανε την ίδια διαδρομή, γύρω-γύρω στο λαιμό, λίγο στα μπράτσα για να το στίψει τελικά στο βαθύ φαράγγι του στήθους της. ‘Ένα τεταρτάκι για το έντονο βάψιμο, ρόμπα πολύχρωμη, χνουδωτό  ξώφτερνο με τακουνάκι και… πάμε γι άλλα. Τον πρώτο πελάτη τον έπαιρνε στις έντεκα, βρέξει-χιονίσει.

Πριν απ’ αυτό όμως, φρόντιζε να βάλει την κατσαρόλα στη φωτιά. Έπρεπε η μυρωδιά του φαγητού ν’ «ακούγεται» στο σπίτι. Να μπει ο ενδιαφερόμενος και να τον αρπάξει απ’ τη μύτη. Δυνατό κοκκινιστό μοσχαράκι με μπόλικη κανέλλα, κουνέλι στιφάδο με κρεμμυδάκια ολόκληρα και πολλά δαφνόφυλλα, παστουρμαδόπιτα ή σουτζουκάκια με μπόλικο κύμινο. Άλλοτε όσπριο: ως κι αυτή η φακή της, έσπαγε κόκαλα. Μα τι της έκανε, μάγια; Πως μπορεί να μυρίζει η φακή και να ‘ναι αλλιώτικη από τις άλλες. Το μυστικό της κ.Παπαδήμου ήταν καλά κρυμμένο: χοντροκομμένο κρεμμύδι από τα μεγάλα και άσπρα, τα πλατιά που δεν είναι καυτερά μα γλυκά. Τόσο γλυκά που εκείνη, στις μεγάλες στεναχώριες τα ‘τρωγε για φρούτο.

Εκείνη λοιπόν η μέρα ήταν διαφορετική. Ξύπνησε νωρίς –αξημέρωτα σχεδόν- έκανε τον καφέ της, τα λουτρά της, στολίστηκε, βάφτηκε και πήγε στην κουζίνα. Της είχε προξενέψει μια γνωστή της, έναν πελάτη που, ως όρισε, είχε παραξενιές.

-Πρόσεξε, της είπε, δεν τον κόβει το μάτι σου, μα το μυαλό του τρέχει σαν τη μερσεντές της Κωσταντίνας. Είναι λιανός, έχει ματάκια μικρά και κοφτερά σα σουγιαδάκια – ακτινογραφία θα σου βγάλει κακομοίρα μου. Μου είπαν πως είναι και κομματάκι αλαφροϊσκιωτος, να μην τον τρομάξεις. Είχε γυναίκα της υψηλής τάξεως, μορφωμένη, καλλιτέχνις. Του ‘φυγε ξαφνικά: είπαν πως ερωτεύτηκε, πως μουρλάθηκε, ξέρω ‘γω… Θέλει να μάθει τι απόγινε. Δεν ξεκινάει από σένα, έχει ψάξει μοναχός του, έχει πάει και σε ντέτεκτιβ. Έμαθε για σένα απ’ τα μαγειρέματά σου, όχι απ΄ τα μάγια σου. Να τονε προσέχεις…            

Άλλο που δεν ήθελε η κ. Παπαδήμου. Εξπέρ στις δύσκολες περιπτώσεις, και της μαντείας και της κατσαρόλας, μα προπαντός του ταψιού. Σηκώθηκε νύχτα λοιπόν  και ξεκίνησε να φτιάχνει το πιο ωραίο της γαλακτομπούρεκο με τα εικοσιτρία φύλλα, δικά της καμωμένα κι αυτά.  

-Αυτοί οι κοψάκηδες, γονατίζουν με τα γλυκά, ιδίως τα σοροπιαστά, σκέφτηκε η κ. Παπαδήμου. Θα σου τον κάνω εγώ, να ορκίζεται στ’ όνομά μου.            

Στις έντεκα, όλα ήταν στη θέση τους και κείνη, χαμογελαστή και ορεξάτη, δίπλα στην μισάνοιχτη πόρτα. Αμέσως εμφανίστηκε και κείνος, κουστουμαρισμένος, σκυθρωπός, δύσκολος. Η κ. Παπαδήμου δεν πτοήθηκε, διότι, πριν την καλημέρα και τις συστάσεις, διέκρινε μια ανεπαίσθητη κίνηση στην άκρη  του ρουθουνιού του: τον είχε πιάσει η μυρωδιά….            

-Αιμίλιος Κέος, της είπε σχεδόν ψιθυριστά. Έχουμε ραντεβού, να μην καθυστερούμε…. 

Σχεδόν αδιάκριτα, την προσπέρασε και μπήκε στο στενό χωλ. Η κ. Παπαδήμου, έκλεισε την πόρτα, στήθηκε μπροστά του ώστε να του κόψει την οπτική επαφή με το ταψί του γαλακτομπούρεκου, τέντωσε το στρουμπουλούτσικο χεράκι της και τον οδήγησε στο  δωμάτιο, το γραφείο σαν να λέμε, το επαγγελματικό. Εκείνος ο χώρος, ήταν επίσης μικρός αλλά οπωσδήποτε είχε και αυτός την σφραγίδα της. Μια κατακόκκινη βελούδινη μπερζέρα, απ’ την γιαγιά της βάσταγε, ήταν για τον πελάτη. Τραπεζάκι στρογγυλό, παλιό αλλά καλογυαλισμένο και, απέναντι, η δική της θέση: μια ξύλινη παλιά καρέκλα με τορναριστά κολωνάκια στην ψηλή πλάτη, τόση ώστε να ξεπερνάει το κεφάλι της και να μοιάζει σαν πριγκηπική κορώνα. Γυάλινες σφαίρες και τέτοια δεν είχε. Ο χαμηλός φωτισμός και τα αρωματικά κεριά, της ήταν αρκετά.            

-Βολευτείτε, ως να σας ψήσω ένα καφεδάκι κύριε Αιμίλιέ μου…           

 -Να μένει! Της είπε αυτός κοφτά, για άλλη δουλειά έφτασα ως την πόρτα σας.           

-Όπως θέλετε, δεν είναι δα και για παρεξήγηση… Λοιπόν σας ακούω.           

-Είμαι έμπορος. Η γυναίκα μου έφυγε εδώ κι ενάμισυ μήνα. Πήρε μαζί της μόνο ότι της ανήκε από την προίκα της, που να κουβαλιέται στο ένα χέρι. Την ψάχνω.           

-Ααααχα! Τι άλλο;           

 -Τίποτ’ άλλο. Με στείλανε σε σας, γιατί λένε πως τα καταφέρνετε με τις μαντείες. Για να δούμε λοιπόν: Που είναι η γυναίκα μου κυρία Παπαδήμου και γιατί έφυγε;            

Η κ.Παπαδήμου, άφησε το σώμα της να το ρουφήξει η καρέκλα. ‘Εριξε το κεφάλι πίσω, μισόκλεισε τα μάτια και στο ημίφως, άρχισε να εξετάζει τον πελάτη της, όπως ο έμπειρος ζωγράφος τη σύνθεσή του:  χμμμμ, εύπορος έμπορος που ψώνισε πλουσία για να ανέβουν τα γράδα του. Δεν πήρε γυναίκα για κουζίνα και για κρεβάτι, πορσελάνινη κούκλα αγόρασε για να την καμαρώνει. Η ψύχρα της τον κάβλωνε, η παγωμάρα της. Δεν σκέφτηκε ποτέ  να την κατακτήσει, ήθελε μόνο να την έχει. Σαν μπιμπελό ας πούμε. Δεν την ήθελε πίσω γιατί την αγαπούσε. Την ήθελε για να την τιμωρήσει και για να έχει μούτρα να ξαναφανεί στο σινάφι του, νικητής. 

Πήρε δυο-τρεις βαθιές ανάσες, σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο τραπέζι, γύρισε τα μάτια της να φανεί το άσπρο του βολβού –παλιό κόλπο-  τέντωσε τον λαιμό και άρχισε να μιλάει, δίχως κόμμα, δίχως τελεία, δίχως ανάσα.           

-είναι σε θάλασσα κοντά με νεαρό τρυφερό μοναχικό ευαίσθητο στις φούχτες μαζί με το χέρι του κρατάει μαλαματικό παλιό κοραλλένιο τον κοιτάει και βλέπει αλλού ποτέ καμιά γυναίκα δεν θέλησε να φιληθεί από σένα με τόση λαχτάρα με τόση λαχτάρα μέχρι να ραγίσει ο λαιμός μέχρι να λύσουν οι άκρες του λέει ποτέ κανένας άντρας δεν θέλησε ν’ αγκαλιαστεί  τόσο βαθιά τόσο βαθιά μέχρι να στάξει το σώμα του στη γη της λέει  ο αέρας ανεμίζει φόρεμα λευκό το πανί της βάρκας τους σημαδεύει τα χέρια σφίγγουν σφίγγουν το κοράλλι πέφτει χάμω σκύβουν φιλιούνται φιλιούνται…            

-Πάψε! Πάψε επιτέλους χοντρή κομπογιαννίτισσα! Δεν ζήτησα να μου πεις τι κάνει. Που είναι, πες μου, που ακριβώς! Κι αυτό το γαλακτομπούρεκο –νομίζεις δεν το είδα;- μου ‘σπασε τη μύτη. Που είναι αυτή η θάλασσα, ποιος είναι αυτός; Θα τον ξετινάξω τον παλιο….           

-Α, όλα κι όλα κύριε Αιμίλιέ μου, βιαζόσαστε. Βιαζόσαστε και παραφέρεστε. Δεν παρεξηγιέμαι τα ξέρω αυτά. Είναι ο εγωισμός σας βλέπετε που ‘γινε κουρελάκι. Ας κάνουμε μια μικρή διακοπή. ‘Εχω φροντίσει να έχω αρκετό χρόνο ανάμεσα στα ραντεβού για κάτι τέτοια έκτακτα. Ησυχάστε ως να σας φέρω το γαλακτομπουρεκάκι σας κι ένα νεράκι να δροσιστεί ο στόμας σας.Πέρασε από μπροστά του, αφήνοντας το σάλι της να γλύψει την άκρη του ώμου του  , να του αφήσει και την άλλη μυρωδιά, την δική της αυτήν την φορά. Έφερε το γαλακτομπούρεκο σερβιρισμένο σε κατάλευκο πορσελάνινο πιατάκι πλατύ, ελαφρώς βαθύ –περίεργο- για να παίρνει το κομμάτι και το σιροπάκι του. Στο δίσκο, με νερό παγωμένο και κοκεταρία πολύ, σερβίρισε η κ.Παπαδήμου τον κ.Αιμίλιο. Με την άκρη του ματιού της διαπίστωσε, πως, σε λιγότερο απ’ όσο είχε υπολογίσει, ο στρυφνός, εξεταστικός και δύσκολος έμπορος είχε καταρρεύσει.

-Μόλις γλυκαθείτε, να συνεχίσουμε κ.Αιμίλιέ μου, του είπε και ξανακάθισε  στην καρέκλα της.

 -Να συνεχίσετε και…με συγχωρείτε. 

Μόλις έφαγε την πρώτη μπουκιά και την γύρισε στο στόμα του, ο κ. Κέος ζαλίστηκε! Ο οισοφάγος του χαλάρωσε, το στομάχι του έγινε υποδοχέας μιας αίσθησης που είχε να την νιώσει απ’ όταν ήταν αγόρι. Ο θυμός, η ανησυχία, η κρυμμένη αμηχανία, η σκληρότητα που είχε αποκτήσει με τα χρόνια, έγιναν μια εύπλαστη μάζα που απλώς κύλησε στο μαλακό υπογάστριο. Ανατρίχιασε. Ακούμπησε το πιατάκι, έβγαλε το καπέλο του και χώθηκε μαλακά στην μπερζέρα.            

Τι ονειρεμένη αντίθεση! σκέφτηκε η κ. Παπαδήμου. Το θερμό κόκκινο του βελούδου είχε αρπάξει τον γκρίζο κ. Κέο και τον έκανε να κολυμπάει στη γεύση και τις μυρωδιές, τόσο χαλαρά, όπως το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του. Από δω και στο εξής ο κ. Αιμίλιος ήταν κατάδικός της. Το γαλακτομπούρεκο είχε κάνει τη δουλειά του και με το παραπάνω.

-Μα τι τη θέλετε πια την Ειρήνη –έτσι δε λένε τη γυναίκα σας; Αυτή γυρεύει άλλα… Ενώ εσείς, εσείς είστε ένας κύριος που του πρέπει ντάντεμα κ.Αιμίλιέ μου.Θέλετε μια γυναίκα να σας φροντίζει, να σας αγαπάει. Να γυρίζετε στο σπίτι κουρασμένος και μπαϊλντισμένος απ’ τις δουλειές και να σας παίρνει η μυρουδιά απ’ το ζεστό φαγάκι. Να πίνετε το απογευματινό σας ουζάκι με μεζεδάκια ορεχτικά, μαλαχτικά. Να φαίνεται η προκοπή σας, μες στο σπίτι σας.

-Η αλήθεια είναι…

-Φάτε, φάτε το γλυκάκι σας και συνεχίζουμε…Η ώρα περνάει κι ο χρόνος για κάποιονε σαν κι εσάς, δεν είναι για να χάνεται. 

Η κ.Παπαδήμου, τάχα μου- τάχα μου ξαναπήρε θέση. Στο μεταξύ ο κ. Κέος τρώγοντας όλο και πιο λαίμαργα το γαλακτομπούρεκο έπαιρνε προσεκτικά, ευλαβικά σχεδόν,  με το μαχαιράκι του πάνω στο πιρούνι, τις τελευταίες σταλαγματιές του σιροπιού. Ξεροκαταπίνοντας είπε:           

-Αφήστε, θα φύγω αμέσως. Θέλω να σκεφτώ. Τι σας οφείλω;           

-‘Όπως θέλετε. Όσο για τον λογαριασμό, όλα μαζί. Εγώ ξέρω πως θα μου ξαναρθείτε. Έτσι δεν είναι κύριε Αιμίλιέ μου;

Εκείνος σηκώθηκε, έβαλε το καπελάκι του, ίσιωσε την θλιβερή του γραβάτα, την κοίταξε  μέσα –μα μέσα- στα μάτια, πιο στητός απ’ ότι μπήκε, σίγουρα πιο λυμένος, χαιρέτησε μ’ ένα νεύμα και χάθηκε στον διάδρομο. Τα ρουθούνια του έπαιζαν ακόμα, ανοιγοκλείνοντας αχόρταγα.  Κι αυτό, γιατί η κοκόνα μας, λίγο πριν τις έντεκα είχε φροντίσει να ρίξει και στην κατσαρόλα, ολόφρεσκο  χοιρινό, μπανιαρισμένο στο πετιμέζι και στολισμένο με τα δεντρολίβανα και τα άλλα μπαχαρικά του, αφήνοντας το να σιγογίνεται. Έτσι  σε χαμηλή φωτιά, σιγογίνονταν και ο κ. Αιμίλιός της,  όσην ώρα βρίσκονταν εκεί. 

 Βλέπετε, η κυρία Παπαδήμου, είχε βάλει σκοπό ν’ αλλάξει γειτονιά, κουζίνα, γκαρνταρόμπα κι αρώματα. Ήθελε και κάποιον να της δαγκώνει αχόρταγα τα μπρατσάκια , να παίζει τ’ ακροδάχτυλά του στο ζουμερό προγουλάκι της και να χώνει τη μούρη του στο πλούσιο στήθος της. Κι όπως φαίνεται, όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους.

hungry, 4.10.2004

 

Μια συνταγή για γαλακτομπούρεκο ήθελα να γράψω τότε αλλά δεν υπολόγισα σωστά το ταψί και χρειάστηκα ολόκληρη λαμαρίνα. Τώρα που βρέθηκα με δικό μου φούρνο, είπα να την ξαναζεστάνω. Αφορμή στάθηκε, η προτροπή του ιερού συνδαιτυμόνα kostis-b: Άντε ρε…, «ποστάρετε» ότι γουστάρετε, και για όσο σας αρέσει. Ακόμα και σε περιόδους αγαμίας, μια πετυχημένη μαλακία , μπορεί να αποδειχθεί απείρως εποικοδομητικότερη από έναν βάναυσο και σκαιό βιασμό.

 


Ενέργειες

Πληροφορίες

18 απαντήσεις

9 11 2007
Κ.Κ.Μ.

νομίζω πως ο Μπερτολούτσι κακώς ασχολήθηκε με βούτυρα…
μια κουταλιά απ’ το σιρόπι της κυρίας Παπαδήμου θα ‘φτανε και θα περρίσευε

(έχω την υποψία πως αυτός ο φούρνος σας έχει πολύ ψητό μέσα του)

9 11 2007
fevis

Ωραία η κυρία Παπαδήμου… Εγώ πάλι ότι και να μαγειρέψω η κακομοίρα, όχι περαστικός, ούτε οι δικοί μου δεν στέκονται στην κουζίνα… Λέτε να πρέπει να αλλάξω φούρνο? Ή μήπως πρέπει να αλλάξω προσανατολισμό?

9 11 2007
aremare

Αν και το κείμενο ευτύχησα να το πρωτοδιαβασω στο hungry,
ήταν εξίσου απολαυστικό όπως την πρωτη φορά.

9 11 2007
Λουίζα Κορνάρου

@κκμ,
είναι μπελαλίδικο το σιρόπι – μέχρι να δέσει θα ‘χε αδειάσει το πλάνο.

(ευχαριστώ για την αποστολή αυτοκτονίας, αλλά ως βλέπετε τζάμπα πήγατε ;-) )

@fevis,
τι λέτε για το τρυκ του Μπερτολούτσι με αγνό βόυτυρο; :-) )

@aremare,
αμετανόητη!

ευχαριστώ.

9 11 2007
kostis-b

Ευτυχής νοιώθω που γίνηκα η αφορμή να ξαναφάμε αυτό το κορυφαίο Γαλακτομπούρεκο, φρέσκο όπως και τότε.
Άσε που μπορεί (τώρα που πήρες φόρα) να ξαναγευτούμε μεγάλες στιγμές,
όπως: Το παραμιλητό της μελιτζάνας, Νόστιμες τηγανητές πατάτες κ.α.

υγ: καλά ε, δεν αναφέρω το κλασικό πλέον Αυτόματο γιουβέτσι του Αποστόλη, που θαρρώ θα συγκινεί πάντα.

9 11 2007
Λουίζα Κορνάρου

Μελιτζάνα και Αποστόλη ξαναφάγαμε στο παλιό βλογ. Μόνο η κυρία Παπαδήμου είχε μείνει στην κατάψυξη και χρειάστηκε την δική σου προτροπή για να ξεπαγώσει.
Διότι τι είναι το βλογάρειν;
“Ψώνισμα, ματαιοδοξία, λογοακράτεια, εξομολόγηση,
αυτοψυχανάλυση, ψευδαίσθηση άρσης της μόνωσης,
επικοινωνία, επαφή, κατά συνθήκη ενημέρωση….;
Ποιός χέστης αποτελεσματολάγνος κυνικός αριστοκράτης,
θε να το πεί;”

Συ είπας.
Το κρίμα στο λαιμό σου. ;-)

9 11 2007
Composition Doll

Μάλιστα!!!! Άντε τώρα εγώ να τρέχω στο Hungry να διαβάσω τα αριστουργηματικά σας! παρακαλώ να τα ξεπαγώσετε ΟΛΑ και να μας τα σερβίρετε ΕΔΩ!

Μερσί.

10 11 2007
Λουίζα Κορνάρου

δεν έχω άλλα βρε @cd μου – είμαι αντιπαραγωγική και τεμπέλα. Δεν το καταλάβατε ακόμη; :-)

10 11 2007
www.e-melissas.blogspot.com

Είχα αποροφηθεί τόσο στο διάβασμα που όταν τελείωσε ανακάλυψα πως μου τρέχανε τα σάλια. Πολύ δυνατό.

11 11 2007
Λουίζα Κορνάρου

για το γαλακτομπούρεκο σας τρέχανε τα σάλια ή για το ζουμερό προγουλάκι της κυρίας Παπαδήμου, @μελισσά μου; ;-)

(ευχαριστώ πολύ :-) )

11 11 2007
www.e-melissas.blogspot.com

Τι ,ένα πετυχημένο γαλακτομπούρεκο με χειροποίητο φύλο είναι πράγμα σπάνιο, αγαπητή μου. Την καλημέρα μου.

11 11 2007
Σελιτσανος

Εξαιρετικο!
(Μηπως σας βρισκεται η διευθυνση της κας Παπαδημου;
Με εγκατελειψε ο γατος μου-πηρε μαζι του οτι απο την προικα του μπορουσε να κουβαλησει(το αντιπαρασιτικο λουρακι)και χαθηκε.Φανταζομαι οτι στο 23ο σοροπιασμενο φυλλο του γαλακτομπουρεκου θ΄αρχισω ν΄ανακουφιζομαι απο την πικρα της απωλειας).

11 11 2007
Σελιτσανος

Α!Ξεχασα να σας πω : τ’ ονομα μου ειναι Μαρκελλα Τζια.
(Αληθεια η κα Παπαδημου εχει καμμια σχεση με τον πρωην δοιηκητη της Τραπεζας της Ελλαδος;Γιατι τοτε αλλαζει το πραγμα)

11 11 2007
Λουίζα Κορνάρου

Στη διάθεσή σας @Σελιτσάνε και η διεύθυνση και το ταψί της κ. Παπαδήμου. Αλλά μπορώ και γω να σας πω, πως ο γάτος σας θα επιστρέψει μόνος του και ξαραθυμισμένος. Απλά “θυμήθηκε” δυο μήνες νωρίτερα ;-)
Με τον Λουκά, καμία σχέση. Φαίνεται να τα πηγαίνει καλύτερα στα οικονομικά , εξάλλου.

15 11 2007
Magica de Spell

Κλασσική, αγαπημένη αξία αυτό το γαλακτομπούρεκο.
Οφείλεις και τις τηγανητές πατάτες, όμως.

20 11 2007
m.

ναι ναι, και τις τηγανητές πατάτες. Αλλά και τον Έλβις, πλιιιιιζ!

20 11 2007
Λουίζα Κορνάρου

@magica + m.
είστε το αγαπημένο μου κοινό ;-) ))))

22 11 2007
m.

είσαι θεάαααααα ;-) !

Γράψτε ένα σχόλιο