αντισταθείτε μ’ ένα ποίημα
18 01 2008

——–
———-
ΔΥΟ ΓΡΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΣΑΝ——
του Πανάγου Αξιώτη
Όταν το άρωμα του φλεσκουνιού,
που ζεμάτιζε κάθε πρωί στο κατώφλι της
η γριά Κανόνα,
έπαψε πια να με ξυπνά,
και το αντικατάστησεν η καρδερίνα μου,
σκέφτηκα πως μια ακόμη πέτρα
έπεσεν απ’ το βουλιστό
(τ’ όποιο βουλιστό)
που εγώ το ‘χω για προσκεφάλι
κι η γειτονιά για το γλαστρί της.
Και τότες ο μαύρος γάτης της Κανόνας,
ο Χασάν,
έκλαψε μέρες, χωρίς δάκρυα,
(όπως ακριβώς κι εγώ)
και κουβάλησε την πείνα του και τη στοργή του
στην παραπέρα γειτονιά,
στο κατώι της Βγενουλώς
που τον καλωσόρισε μετά χαράς
γιατί οι πεντικοί της είχανε φαωμένη
ως και την ξύλινη κουτάλα της
που τάραζε την ταχινόσουπά της
το Σαραντάμερο.
(Ας είναι καλά ο κυρ-Ερακλής
που τη φίλεψε ένα κρασοπότηρο ταχίνι.)
Αμέ δε λες πως οι αναθεματισμένοι
βουτούσανε κάθε βράδυ τις οργιές τωνε
στο λάδι του καντηλιού
και την αφήνανε στα μαύρα σκοτάδια
μαζί με το κόνισμα τα’ Άι-Νικόλα
-μεγάλη η χάρη Του;
Κι έπαψε πια τώρα να ‘χει την έγνοια
για το καλό της το φουστάνι
και τις καινούριες παντόφλες
που φύλαγε στην κασέλα της
(ας μην πούμε γιατί).
Λέω πως το Βγενουλώ δεν καλοθυμότανε
πόσα παιδιά είχε,
μα ευχαριστήθηκε δα πάρα πολύ
που ο μεγάλος της –Ζαννή δεν τονε λέανε;-
της έγραψε πρόπερσι:
«Σεβαστή μου μητέρα είμαι καλά,
Το αυτό επιθυμώ και δι’ ελόγου σου
και φιλώ την δεξιά σου και λάβε 5 dollars”.
Κι αν δεν τα πιστεύετε αυτά,
ο Φραζέσκος ο διανομέας είναι εδώ,
που βαλε τα γυαλιά του και τα διάβασε.
Και τότες το Βγενουλώ είπενε:
«Έλα Χασάνη μου μάτια μου, κάσε απάνω μου
να σου πω ένα παραμύθι:
Λοιπό, ήτανε ένα βασιλόπουλο
που το λέανε Ζαννή…»
Κι έπαψε να το λέει μόνο σαν απόθανε.
Έκλαψε λοιπόν πάλι ο Χασάν,
με το δικό του τρόπο,
και τράβηξε κατά το Κακαβούλι.
Ο Πανάγος Αξιώτης, γιος του μουσικοσυνθέτη Γεωργίου Αξιώτη και ετεροθαλής αδελφός της Μέλπως Αξιώτη, γεννήθηκε στη Μύκονο το 1910. Πέθανε στην Αθήνα το 1991 και ετάφη στη Μύκονο. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στη Μύκονο και την Αθήνα, σπόυδασε πολιτικός μηχανικός στη Γάνδη του Βελγίου. Έχει δημοσιεύσει πεζά κείμενα και ποιήματα αποκλειστικά στις τοπικές εφημερίδες. Σχεδόν όλα τα πεζά του έχουν αναδημοσιευτεί στον τόμο Όρτσ’ αλά μπάντα! (έκδοση του Δήμυ Μυκονίων, 1986). Το παρόν ποίημα, βρίσκεται στην συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του “Ποιήματα και ρίμες του Πανάγου Αξιώτη” που αποτελεί τιμητικό αφιέρωμα της εφημερίδας “Η Μυκονιάτικη”, στη μνήμη του.
_________________________________________________
Παρ’ όλο που αισθάνομαι κάπως στεγανή απέναντι στην ποίηση, πήρα την πρόσκληση του Αθήναιου που ακούμπησε στο σκεπτικό του librofilo και παραθέτω μια ποιητική “ιστορία” του πολυαγαπημένου μου Πανάγου Αξιώτη που ως το τέλος της ζωής του, είχε την ζηλευτή ικανότητα να συλλαμβάνει και τις πλέον ταπεινές μυρωδιές των ανθρώπων.
*οπ! Ξέχασα να το πάω παρακάτω. Αν θέλουν λοιπόν, ας συνεχίσουν οι
δεν και,
Σελιτσάνος.
Ό τελευταίος, με μεγάλη μου χαρά μπορεί αν θέλει, να φιλοξενηθεί στον κήπο.
Σχόλια : 13 σχόλια »
Κατηγορίες : game, islanders, βιβλία
ο Δυοχιλιαδεςεφτάς, το χάραμα κι ο Ωραίος
12 01 2008Το χάραμα απ’ το Λεμονοδάσος, Γενάρης Δυο Χιλιάδες Οκτώ
Την κοπάνησε ο Δυοχιλιαδεςεφτάς. Έκανε μεταβολή και χάθηκε στο σκοτάδι, αφήνοντας πίσω του ένα γρήγορο βλέμμα και μερικές κηλίδες στον τοίχο, να ‘χουμε να ξύνουμε. Λένε πως ο χρόνος είναι ένα σχήμα, μια σύμβαση αλλά εγώ τον είδα. Ήτανε φορτηγατζής με άσπρο φανελάκι και αερόσολες. Καβάλησε μια μακριά νταλίκα και οδήγησε σε ανοιχτό δρόμο. Μετά, κάπνισε ένα Benson & Hedges, πάτησε τέρμα το δεξί στο γκάζι κι αφού κοίταξε δυο τρεις φορές το καθρεφτάκι άνοιξε τα παράθυρα και τραγούδησε με ψιλή φωνή , που πάει ο καιρός που φεύγει κι όταν φτάνει ξαναφεύγει; Έτσι, υγρός και άτακτος σαν την Μπλάνς Ντυμπουά χάθηκε στον ανοιχτό ορίζοντα. Το φρικιό.
Ο νέος, ο κύριος Δυοχιλιαδεςοκτώ, δεν άφησε περιθώρια φαντασιώσεων. Μπήκε από την πόρτα ευθυτενής κι ελαφρά μελαγχολικός, με κίτρινο κασκόλ και καλογυαλισμένο σκαρπίνι. Στάθηκε στο παράθυρο και θαύμασε το χάραμα σαν να ήταν όλο δικό του. Ακούμπησα με τρόπο στην πλάτη του μερικές ελπίδες και του σιγοψυθίρισα, πως, καλού κακού ας πάρει και τα μέτρα του μπαλκονιού γιατί ποτέ δε ξέρει κανείς από που -και με τι τρόπο- θα χρειαστεί να φύγει. Εγώ πάντως, ένα ζευγαράκι αθλητικά παπούτσια με χαλαρά τα κορδόνια κι έναν χαμηλό σκούφο, θα του τα έχω πρόχειρα, έτσι, γιατί τον συμπάθησα.
Καλή χρονιά σε όλους.
Σχόλια : 18 σχόλια »
Κατηγορίες : instant








Πρόσφατα Σχόλια