Φάκας ruleZz
14 02 2008illustrator,Gary Undercuffler
Για το καλό της ημέρας, φιλοξενούμε σήμερα στον Κήπο τον Κωσταντίνο Σέξους. Το παρόν αφήγημα με τις περιπέτειες του θρυλικού Φάκα (Φάκας= Αυτός Που Του Τον Τραβάνε Οι Σαράντα Γκόμενες Μαζί) αποτελεί μιαν ελεγεία στα μυστικά του έρωτα. Το πρώτο μέρος, με τίτλο Οι κουφές, μπορείτε -όσοι θέλετε να παγιδευτείτε- να το βρείτε εδώ.
Παζλ.
Πέντε μαρτυρικά λεπτά απέμεναν ακόμα για να τελειώσει η ώρα της αριθμητικής. Εκείνη τη στιγμή, η κυρία Τασία κατέβαζε την βέργα της, μ’ όση δύναμη της επέτρεπε ο νόμος -δηλαδή απεριόριστη- στο απλωμένο χέρι του κάθιδρου κι έτοιμου να καταρρεύσει μπροστά στον πίνακα, Μπουϊτόνι. Προφανώς η απάντηση «πενηνταεπτά» στην ερώτηση «πόσο κάνει πέντε επί επτά» δεν ήταν η σωστή.
Καθώς το ουρλιαχτό πόνου του παγιδευμένου συμμαθητή μας συμπυκνωνόταν σε χοντρά δάκρυα που άρχισαν να κυλούν στ’ αφράτα μάγουλά του, ο Μύγας, που καθόταν πίσω μου, με χτύπησε απαλά στην πλάτη και μου είπε να βάλω το χέρι μου κάτω από το θρανίο για να μου δώσει κάτι «σημαντικό».
«Απ’ το Φάκα…», ψιθύρισε συνωμοτικά χώνοντας στο χέρι μου ένα σπιρτόκουτο που επάνω έγραφε «προς νταγιάν: ΕΝΤΑΘΑ!». Τα γράμματά του ήταν όπως πάντα τόσο φρικιαστικά που αν τα έβλεπε η κυρία Τασία θα τον πλάκωνε αυθόρμητα σε αμέτρητα χαστούκια απεριόριστης δύναμης.
Το «ΕΝΤΑΘΑ!» -έτσι ακριβώς, με κεφαλαία και θαυμαστικό- συνήθιζε να το κολλάει σε όλα του τα γραπτά, αφότου επιστρέψαμε στο σχολείο μετά από τις διακοπές των Χριστουγέννων, εδώ και δύο μήνες δηλαδή. Στα διαγωνίσματα, πάνω στην ολόλευκη κόλλα που κάποτε συνήθιζε να παραδίδει, τώρα πια, κάτω από το όνομά του, σημείωνε με μεγάλα γράμματα: «γα τιν κιρυα τασία: ΕΝΤΑΘΑ!». Προφανώς θα το είδε σε κανένα φάκελο γραμμένο ως «ΕΝΤΑΥΘΑ» και θα τον εντυπωσίασε σα λέξη. Επειδή όμως ο Φάκας δε φημιζόταν για την σχολαστικότητά του στη ορθογραφία, κατά τη μεταφορά της λέξης μέσω του οπτικού νεύρου από το φάκελο στα εγκεφαλικά του κύτταρα κι από ‘κει στα γραπτά του, κάπου εκεί μεταξύ δεξιού λοβού και παρεγκεφαλίδας, χάθηκε ένα «Υ». Ο Φάκας δεν πολυσκοτιζόταν για τέτοιες λεπτομέρειες κι έτσι άρχισε από τότε να το κολλάει παντού. Πήγαινε στο διάλειμμα για κατούρημα; Άφηνε στο θρανίο του ένα χαρτάκι που έγραφε: «παο γα κατυροιμα: ΕΝΤΑΘΑ!». Τον καλούσε ο διευθυντής στο γραφείο για τις συνηθισμένες επιπλήξεις; «ιμε με το δγεθιντι: ΕΝΤΑΘΑ!». Για νερό θα πήγαινε; Για μπάλα; Για ξύλο; Πάντα άφηνε ενημερωτικό σημείωμα στο θρανίο του: «δέρνο το γοζίλα: ΕΝΤΑΘΑ!».
Μια φορά, μετά από το δεύτερο διάλειμμα, εξαφανίστηκε. Ψάξαμε κάτω απ’ τα θρανία, μέσα στα ντουλάπια, κάτω απ’ τα’ αυτοκίνητα, στις τουαλέτες, πάνω στα δένδρα, αλλά ο Φάκας δεν ήταν πουθενά. Άφαντος! Η κυρία Τασία κόντεψε να τρελαθεί. Φώναξε το διευθυντή. Ο διευθυντής είπε: «Παυλίδη, Παλαιολόγε, Αρβανίτη… Πού είναι ο Οικονόμου;». Κανένας μας όμως δεν ήξερε. Μας βασάνισε για λίγο, τραβώντας μας τ’ αυτιά και χτυπώντας μας με τον μακρύ ξύλινο χάρακα που κουβαλούσε πάντα μαζί του και μετά βγήκε απ’ την τάξη λέγοντας: «Πολύ καλά λοιπόν… Πάω να τηλεφωνήσω στην αστυνομία!». Τότε ξαφνικά εμφανίστηκε ο Μύγας κάτω από το θρανίο του Φάκα κρατώντας στα χέρια του ένα χαρτάκι από εκείνα στα οποία άφηνε ο Φάκας τα μηνύματά του. «ύμε στα ufo: ΕΝΤΑΘΑ!» απήγγειλε εορταστικά ο Μύγας και όλων η καρδιές πήγαν στη θέση τους εκτός από αυτή του διευθυντή ο οποίος έφυγε τρέχοντας πεπεισμένος πως θα έπρεπε να τηλεφωνήσει, όχι πια στην αστυνομία αλλά, στη ΝΑΣΑ.
Έφερα με προσοχή το σπιρτόκουτο πάνω στο θρανίο και το κόλλησα σχεδόν στην πλάτη του Γοζίλα που καθόταν μπροστά μου. Δίπλα μου ο Βούτας, μόλις είχε παραλάβει το δικό του και το περιεργαζόταν σκεφτικός.
«Ογδόντα επτά…;», ακούστηκε πνιγμένη στους λυγμούς η φωνή του Μπουϊτόνι από τον πίνακα και καθώς η βέργα έσκιζε για μια ακόμη φορά τον αέρα άνοιξα προσεκτικά το κουτί. Μέσα στο «συρταράκι» βρήκα δέκα κομματάκια χαρτί, σκισμένα από κάποιο περιοδικό, σε μεγέθη που ποίκιλαν από αυτό ενός νυχιού εώς αυτό του σπιρτόκουτου. Η μία τους πλευρά ήταν σχεδόν μονόχρωμη: κακοτυπωμένο αγγλικό κείμενο πάνω σε βρώμικο ροζ φόντο. Η άλλη πλευρά είχε ένα ανοιχτόχρωμο μπεζ χρώμα, το οποίο σε κάποια σημεία ήταν σχεδόν λευκό και σε άλλα γινόταν σκούρο καφέ μαζί με κόκκινο ή ροζ. Πολλές φορές το χρώμα φαινόταν να χάνεται τελείως μέσα σε κάτι λεπτές μαύρες οπές. Σ’ ένα χαρτάκι ξεχώριζε μια τούφα ξανθά μαλλιά, αλλού ξεχώρισα δύο μισάνοιχτα χείλια κι ανάμεσά τους ένα δόντι, και σ’ ένα άλλο δύο δάχτυλα ποδιού. Αισθάνθηκα τα μάγουλά μου να φλέγοναι κι η καρδία μου άρχισε να χτυπάει λίγο πιο γρήγορα. Γύρισα και κοίταξα τα χαρτάκια του Βούτα. Κι εδώ μια απ’ τα ίδια. Ένα μισόκλειστο μάτι με μεγάλες βλεφαρίδες, δυο τρία γυναικεία δάχτυλα που ακουμπούσαν σε κάτι υγρό, και πολλά άλλα παρόμοια με τα δικά μου: κυματισμοί, οπές, χάσματα, εναλλαγές αποχρώσεων. Ο Βούτας είχε ξεχωρίσει και κοιτούσε σαν υπνωτισμένος ένα κομματάκι που απεικόνιζε ένα λευκό λοφάκι που στην κορυφή του κατέληγε σε μία ανοιχτόχρωμη ροζ θηλή.
Ο παρατεταμένος ήχος του κουδουνιού κάλυψε το τελευταίο ουρλιαχτό του Μπουϊτόνι. Ο Μύγας πετάχτηκε από το θρανίο του λέγοντας: «Φάκας. Τουαλέτες… Πάρτε τα κουτάκια!» κι εξαφανίστηκε ποδοπατώντας σχεδόν τον Γοζίλα, τον Πίπη και δύο (τρία με άριστα το δέκα) κορίτσια που βρέθηκαν στο δρόμο του.
Μέσα σε δύο λεπτά πέντε ζευγάρια μάτια ήταν καρφωμένα στον Φάκα που καθόταν πάνω σ’ έναν από τους νιπτήρες και σκάλιζε τη μύτη του.
«Φέρατε όλοι τα κουτιά σας, ρε φάκες;».
Πέντε χέρια τεντώθηκαν προς το μέρος του κρατώντας τα σπιρτόκουτα. Το πέμπτο, του Μπουϊτόνι, ήταν κατακόκκινο από τις ξυλιές. Με το άλλο κρατούσε μια τυρόπιτα.
Ο Φάκας χαμογέλασε ικανοποιημένος. «Σε πέντε λεπτά χτυπάει το κουδούνι. Προλαβαινετε δεν προλαβαίνετε.» Πήδηξε απ’ τον νιπτήρα, πέρασε καμαρωτός καμαρωτός από μπροστά μας, πήρε την τυρόπιτα από το χέρι του Μπουϊτόνι και χωρίς να πει λέξη, βγήκε στην αυλή αφήνοντάς μας μόνους με τα κουτάκια μας.
Χωρίς καθυστέρηση, ο Μύγας άρπαξε το χαρτί της τυρόπιτας από το χέρι του Μπουϊτόνι και το έστρωσε σε μια άκρη στο πάτωμα, ισιώνοντάς το με την παλάμη του. Ο Γοζίλας μίλησε πρώτος.
«Εγώ έχω αυτά». Άνοιξε το κουτί του και άδειασε το περιεχόμενό πάνω στο λαδωμένο χαρτί. Ένας ένας με τη σειρά αδειάσαμε κι οι υπόλοιποι τα χαρτάκια μας και στρωθήκαμε στη δουλειά. Γυρίσαμε πρώτα τα χαρτάκια απ’ τη σωστή πλευρά. Ύστερα τα χωρίσαμε ανάλογα με το «περιεχόμενο». «Μαλλιά» σε μια μεριά, «πρόσωπο» από κάτω, «δάχτυλα χεριών», «δάχτυλα ποδιών», «χέρια» από ‘δω, «μπούτια-γάμπες» από ‘κει… Τα «αγνώστου προελεύσεως» μπήκαν όπως πάντα στην άκρη για το τέλος.
Ο Μύγας έβγαλε την κόλλα κι αρχίσαμε να συνθέτουμε σιωπηλοί την εικόνα κολλώντας ένα ένα τα κομματάκια στο χαρτί της τυρόπιτας. Σιγά σιγά άρχισε να σχηματίζεται το πρόσωπο μιας όμορφης νεαρής γυναίκας με μακριά ξανθά μαλλιά, σκοτεινά μάτια και κατακόκκινα χείλια.
«Ρε Μύγα πρόσεχε λίγο. Το μάτι που κόλλησες για δεξί, είναι το αριστερό!».
«Χέσε με ρε Γοζίλα! Στο μάτι κόλησες τώρα; Παρακάτω είναι τα σημαντικά!»
Ο Μύγας, ήταν η αλήθεια δεν έδινε ποτέ ιδιαίτερη σημασία στο πρόσωπο. Μια φορά είχε κολλήσει ένα δάχτυλο ποδιού στη θέση του ενός ματιού, και κάποτε είχε μπερδέψει το στόμα μιας κινέζας με τον αφαλό της.
«Έχω μόνο ένα βυζί εδώ! Πού είναι το άλλο βυζί;». Ο Μύγας είχε σχεδόν τελειώσει το κόλλημα. Πάνω στο χαρτί είχε ολοκληρωθεί η εικόνα της ξανθιάς γυναίκας, η οποία ήταν καθόταν ολόγυμνη σ’ ένα παγκάκι. Η θέση των κάτω άκρων της φάνταζε κάπως …υπερφυσική για τα παιδικά μάτια μας, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν αυτό οφειλόταν εξ ολοκλήρου στη βιασύνη του Μύγα ή αν υπήρχαν πραγματικά γυναίκες που μπορούσαν να ξεδιπλώσουν με τέτοιο τρόπο τα πόδια τους.
«Πού το ξέρεις ότι λείπει βυζί;». Ο Πίπης είχε συμπεριληφθεί απ’ τον Φάκα για πρώτη φορά στο παιχνίδι και είχε πολλές απορίες.
«Τι πάει να πει πού το ξέρω;»
«Μπορεί εκεί…» ο Πίπης έδειξε το κενό στην αριστερή πλευρά του στέρνου, «…να λείπει κάτι άλλο.»
Γυρίσαμε όλοι και κοιτάξαμε την τρύπα απ’ όπου φαινόταν το λαδωμένο χαρτί της τυρόπιτας.
«Σαν τι να λείπει δηλαδή;» ρώτησε ο Μύγας μισοκλείνοντας τα μάτια.
«Ξέρω’γω; … Η καρδιά της ας πούμε…»
Τέσσερα «Ωωχ!» ακουστήκαν ταυτόχρονα. Ο Πίπης είχε κατακοκκινήσει κι έτρεμε.
«Πίπη, είσαι ηλίθιος το ξέρεις;… Λοιπόν…», ο Μύγας γύρισε προς τους υπόλοιπους. «Έχει κανείς το βυζί να τελειώνουμε;». Κοίταξα τον Βούτα κι εκείνος χαμήλωσε τα μάτια.
Κανείς δε μίλησε.
«Οκέι. Έτσι κι αλλιώς αυτή τη βδομάδα είναι η σειρά του Μπουϊτόνι να πάρει το χαρτί. Χέστηκα εγώ για το βυζί.». Σήκωσε το χαρτί, το έδωσε στον Μπουϊτόνι και βγήκε στην αυλή. Εκείνος το κράτησε μπροστά του κι αφού το παρατήρησε για λίγα δευτερόλεπτα, είπε:
«Ρε ‘σεις… Πέντε επί δέκα… Σαρανταεννιά κάνει;»
Το κουδούνι διέκοψε τις σκέψεις μας κι όλοι τρέξαμε στην τάξη για την ώρα της Φυσικής Ιστορίας.
—
Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια, μέχρι να καταφέρουμε να ξεπεράσουμε τα παζλ του Φάκα -«Σύνδρομο του Φράνκενσταϊν» το αποκαλούσαμε αργότερα χαριτολογώντας - και να μπορέσουμε να δούμε τις γυναίκες γύρω μας ως κάτι διαφορετικό από ένα σύνολο επιμέρους εικόνων, άτσαλα και κατά βούληση συντεθειμένων στη φαντασία του καθενός μας.
Κάποιοι από εμάς έφαγαν μάλιστα και χαστούκια απεριόριστης δύναμης μέχρι να το καταλάβουν…
Τελικά όμως δεν ξέρω… Το καταλάβαμε;
______________________________________________________
Ο Κωσταντίνος Σέξους, φύτρωσε στις παρυφές του Μαύρου Δάσους και μεγάλωσε σε μια κατηφόρα. Γράφει και στοιχειοθετεί καθημερινά περισσότερες από 323 σελίδες μικρών αριστουργημάτων. Στον ελέυθερο χρόνο του κατασκευάζει συλλεκτικές λουκανικοπαγίδες και πειραματίζεται στις νυχτερινές πτήσεις με φτερά παστού μπακαλιάρου. Δεν είναι να τον εμπιστεύεται κανείς.
Έργα του ιδίου δεν έχει, έχει όμως έργα άλλων: 1.Faster Pussycat! Kill! Kill! (Russ Meyers) 2.You and your sister (Chris Bell) 3.Ο απολυμαντής (William S. Burroughs).





[...] Σχόλια Φάκας rulzz Z… στο Σκαρίφημαhdd345f στο Σκαρίφημαkopoloso στο Σκαρίφημαhdd345f [...]
Πολύ ωραίο. Ο Μύγας συγκλονιστικός !
τι να πω κι εγώ που έχω τον ποιητή να μου τα απαγγέλει αυτοπροσώπως..
και φαντάσου οτι άλλοι που -νομίζουν πως- γράφουν με το 10% της δικής του ποιότητας , πήραν 100% ψηλά τον αμανέ…
υπέροχος είναι ο καργιόλης * !!!
* με γ , ενδεικτικό αγάπης , εκτίμησης , τρυφερότητας (μέρα που ‘ναι)
Συ-γκλο-νι-στι-κό!
.. και 7 ρίχτερ γέλιο - ελπίζω σε ισχυρές μετασμεισμικές δονήσεις ….
“Τελικά όμως δεν ξέρω…Το καταλάβαμε;”
Ο Βούτας νομίζω, ήταν ένας από εκείνους
που με τα χρόνια θα καταλάβαινε.
Είχε επιδείξει, από τα μαθητικά χρόνια, μια έφεση στα μυστικά των
puzzle-γυναικών, και μια φυσική κλίση στα βυζιά.
Υποψιάζομαι δε, ότι εκείνο το χαμένο βυζί το κρατάει ακόμα
στο πορτοφόλι του.
παρατηρώ μιαν ύποπτη συσπείρωση γύρω από το Φάκα….
Τοσα εξαντλητικα μαθηματα πηγαν χαμενα:
‘δια’:προθεση με την καταληξη ‘α’ θεσει μακρα.Αρα δεν διπλασιαζει το αρχικο συμφωνο της λεξης μετην οποια συνδεεται για να φτιαξει μια αλλη συνθετη.
Αντιθέτως η ριζα του ‘λειπω’ τελειωνει στο δασυ χειλεοφωνο ‘π’ του οποιου τα παραγωγα , αναλογα με την κταληξη , προκαλουν διπλασιασμο συμφωνων:βλεπω-βλεμμα , βλαπτω-βλαμμενος κλπ.
Επομενως: διαλειμμα και οχι διαλλειμα.
υγ Καταλαβαινεις υποθετω οτι οταν οι αλλοι φτιαχνανε εκπαιδευτικα παζλ , καποιοι ξενερωτοι σπασικλες διαβαζανε τα μαθηματα τους…
Έτσι εξηγείται εκείνο το απειλητικό e-mail με τις πρόστυχες λέξεις που έλαβα σήμερις….
Κωσταντίνε,
να το διορθώσω (το διάλλειμα) ή να τον βαρέσω τον μαδαφάκα’ ;
(λάβε υπ’ όψιν σου ότι o @Σελιτσάνος είναι φίλος μου και καλό παιδί. Μόνο που, ακόμα και τώρα που μεγάλωσε για να κοιμηθεί, διαβάζει πρώτα δυο-τρία λήμματα του Σταματάκου
)
υγ.: οι υπόλοιποι δικοί σου
Αχα! Ετσι εξηγειται ο σημερινος σεισμος…
Ανακριβειες!Φανατικα Δημητρακο!
@ .
…και τα “έργα” του συγκλονιστικότερα.
@ Κ.Κ.Μοίρης
Κόψε λίγο τα ποσοστά γιατί έχω κατακοκκινίσει κι είναι κρίμα, γιατί δεν τ’ αξίζω.
Τα αισθήματα είναι αμοιβαία (αλλά αυτό το ξέρεις)
@ Magica de Spell
Αυτό δεν ήταν τίποτα. Υπάρχουν και χειρότερα.
@ αννα
Συγκλονισμένη κι εσύ βλέπω…
… Κι ακόμη δεν είπαμε λέξη για τις πρώτες ανταλλαγές υγρών. Εκεί να δεις ανατριχίλα.
@ Κωστή
Πάντως μέχρι και την τρίτη Γυμνασίου που ήμασταν όλοι μαζί, κανείς από εμάς δεν σκέφτηκε ποτέ να σχολιάσει την αύρα μιας ελκυστικής δεσποινίδος αναφερόμενος στο σύνολο της υπάρξεώς της, λέγοντας πχ κάτι όπως: “Πω πω μια γκομενάρα!”.
Άλλος έλεγε “πω πω μια κωλάρα!”, άλλος “πωπω κάτι βυζάρες!”, ο Γοζίλας είχε ένα κόλλημα με τα μάτια, ο Μύγας με τα χρόνια απέκτησε μια περίεργη εμμονή με τις μυρωδιές - έλεγε πχ “Πςςς…γαμώ τ’ αρώματα!”… κλπ.
Πραγματικά, δεν ξέρω αν το ξεπεράσαμε ποτέ αυτό.
@ Λουϊζα
Ο Φάκας ήταν ο πρώτος μας εθισμός.
@ Σελιτσάνε


Ευχαριστώ. Να ‘στε καλά!
(Μεταξύ μας, αυτό με το “χειλεόφωνο π”, έτσι και το είχε πάρει χαμπάρι ο Φάκας εκείνη την εποχή, η σεξουαλική ζωή της παρέας -και ίσως και αυτές όλων των γειτονικών παρεών- θα είχε εξακοντιστεί στον Α’ του Κενταύρου!)
Μη νομίζετε όμως ότι και μια “ορθά κολλημένη” κυρία (ας είναι και γυμνή) απαιτεί λιγότερο κόπο. Μάθημα κάναμε δεν παίζαμε.
@ νινα
Λέξεις ή μαστίγια;
@ Λουϊζα
Ναι! Διόρθωσέ το σε παρακαλώ.
Κι εμείς τον Μύγα όλο τον διορθώναμε όποτε κολλούσε κάτι στραβά!
@ Rodia
… Με επίκεντρο τριάντα χρόνια πριν.
‘νταξ’ !
Αλίμονο. Έχει κι άλλο!
Πέντε σειρές πάνω απ’ το παλιό!
(εκεί που λέει: “Πήγαινε στο διάλλειμα για κατούρημα;”
Θενκς!

‘νταξ’ Χ 2,
αλλά στο λέω: στο τρίτο διαλλειμα μάλλον θα τον βαρέσω…
Ο φάκας έφευγε πάντα μετά το δεύτερο.
Δεν υπήρχε τρίτο.
Και το πρώτο μέρος και το δεύτερο, ένας απολαυστικός κόσμος μικρών ανδρών από μια γυναίκα. Εξαιρετική γραφή.
@DT,
σας διαβεβαιώ πως αυτός ο κόσμος των μικρών ανδρών είναι γραμμένος από άνδρα. Το ξέρω πως τέτοιοι άνδρες σπανίζουν, αλλά βλέπετε ο kopoloso είναι μια σκοτεινή εξαίρεση
@kapoloso
(Μεταξύ μας, αυτό με το “χειλεόφωνο π”, έτσι και το είχε πάρει χαμπάρι ο Φάκας εκείνη την εποχή, η σεξουαλική ζωή της παρέας -και ίσως και αυτές όλων των γειτονικών παρεών- θα είχε εξακοντιστεί στον Α’ του
Κενταύρου!)
Μπηκατε στον πυρηνα της σκεψης μου . Ειχα αφησει εξαλλου και ανοιχτη κερκοποτρτα : το ‘π’ ειναι ψιλο , οχι δασυ.
@ DT, σας ευχαριστώ (αυτό το “από μια γυναίκα” κάνω ότι δεν το είδα
)
@ Λουΐζα, “σκοτεινή εξαίρεση”… Χα! Εννοείς ότι έχω κάψει τις ασφάλειες;
@ σελιτσάνε, με κομπλάρετε!
Εγώ κάθομαι σ’ αναμμένα κάρβουνα.
θα ολοκληρωθεί η φάκ’ν τριλογία!
Επιφυλάσσομαι να σχολιάσω συνολικά όταν (του Ευαγγελισμού είπατε