σε σκότωσα

5 03 2008

woman-ilatovski2.jpg 

Woman, Ευγένιος Ιλατόφσκι

Ήταν γειτόνισσά μου για πολλά χρόνια. Τρία παιδιά κι ένας άντρας σατράπης και μέθυσος. Του έκοβε τα νύχια, του έβαζε τις κάλτσες, του ‘στρωνε το φανελάκι στους ώμους, άρπαζε μια ανάποδη και, για ευχαριστώ έτρωγε κι ένα βρίσιδι που το άκουγε όλη η γειτονιά. Μετά εκείνος έφευγε για τη δουλειά, τα παιδιά για το σχολείο κι εκείνη έβαζε μπουγάδα στο χέρι. Την πιο άσπρη μπουγάδα επί της γης. Όσο άπλωνε, μοιρολογούσε σιγοτραγουδώντας. Δεν καταλάβαινα τη γλώσσα, αλλά αυτός ο σκοπός έμοιαζε μ’ένα νοητό σκοτεινό αυλάκι που άνοιγε στα δυο το μέσα της φως - όσο της είχε απομείνει. Τίναζε τα υπερμεγέθη σώβρακά του σα φλάμπουρα και ως να τα στήσει στο σκοινί και να τους περάσει το μανταλάκι -παρ’ όλο που αυτή ήταν μια αναμενόμενη ενέργεια- έφευγε ένας ακαριαίος αναστεναγμός που ενεργοποιούσε το επόμενο στιχάκι, με τον ίδιο τρόπο που ενεργοποείται ένας πύραυλος σε εκτόξευση. Όλα αυτά, μέσα από τα δόντια και με φορά προς την πλάτη της που γίνονταν ένα τεράστιο ηχείο και βούιζε σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή.
Όσο πιο βάρβαρο ήταν το πρωινό ξύλο, τόσο πιο άσπρη η μπουγάδα. Στα χειρότερα, έπαιρνε μια παλιά χούβερ στην αγκαλιά -κάποιος την ξεφορτώθηκε και την οικονόμησε εκείνη- και ρούφαγε τη σκόνη απ’ τον αέρα. Μετά, έβραζε και όλα τα μαχαιροπίρουνα στην μεγάλη κατσαρόλα για πολύ ώρα και ύστερα τα έτριβε ένα ένα με σύρμα σε μια λεκάνη με απορρυπαντικό σκόνη, ξύδι και χλωρίνη.
«Βρε Μιμόζα, θα τα κάψεις τα χέρια σου, δεν κάνει…. Παράτα τον…»
«Είναι τα παιδιά.»

Έτσι, ανάμεσα στις μπουγάδες, την παλιά χούβερ και τα αποστειρωμένα μαχαιροπήρουνα κυλούσαν τα μοιρολόγια -μέρες, μήνες, χρόνια- απ’ τις οχτώ παρα δέκα ως τις δωδεκάμισι κάθε μέρα. Μετά έριχνε λίγο νεράκι στην αλτάνα με τις γαρυφαλλιές, κατάβρεχε και τα φύλλα με τα χέρια για να μην έχουν σκόνες, έκλεινε το παράθυρο και πήγαινε μέσα. Έμενε πίσω η αυλή να λαμποκοπάει απ’ την αντανάκλαση του σωβρακοφλάμπουρου και τις χρυσαλίδες του νερού πάνω στα πέταλα των λουλουδιών.
Μια μέρα αυτός, αφού την έδειρε μέχρι που μάτωσαν τα χέρια του, έβαλε ένα χειμωνιάτικο παλτό, ένα «κοστουμ’», μερικά χαρτιά και τα σώβρακά του σε μια κούτα του νερού, πήρε το μεσημεριανό βαπόρι και την παράτησε με τα τρία παιδιά.
«Πο’τάνα!»

Η Μιμόζα έζησε. Έκλαψε, έβρισε, μελαγχόλησε αλλά έζησε. Βρήκε δουλειά, αποταμίευε λεφτά, άλλαξε σπίτι, πάχυνε λιγάκι ώστε να δείξουν τα ωραία της μάτια και να στηθεί ξανά το μπούστο της. Συχνά, την ώρα του καφέ  θυμόταν το ένα και το άλλο και τσουπ! ενεργοποιούσε το μοιρολό’ι αλλά σε δυο λεπτά έπαιρνε βαθιά ανάσα, τίναζε το κεφάλι κι έστελνε πίσω όλα τα ποδοβολητά και τα χαστούκια που χτυπούσαν στους κροτάφους της.
«Πιο καλά είμαι τώρα. Κοιμάμαι τα βράδια. Έχω και τα παιδιά.»

Μετά από μήνες -και χρόνος μπορεί να ήταν, τι λέω;- ήρθε η είδηση από την αδερφή ενός παλιού γνωστού. Αυτός, ζει κάπου στην Εύβοια με μια Ρουμάνα μικρή, και τον κάνει ότι θέλει. Ως τότε στα παιδιά, ούτε ένα τηλεφώνημα. Καλά σ’ εκείνη. Αλλά στα παιδιά; Ούτε τι κάνουνε; Ζούνε πεθάνανε; Τίποτα; Η Μιμόζα πήρε φωτιά. Περπάταγε και πέταγε σπίθες. Μονολογούσε αφρίζοντας: μόνο ένα παχύ σσσσςςςςς ακούγονταν ανάμεσα στις λέξεις, σαν παφλασμός, σα να τις τρίβει σε γαλβανισμένους σωλήνες, μπροστά απ’ τα δόντια και προς τα έξω αυτή τη φορά, όχι προς την πλάτη.
«Θα σου δείξω εγώ»

Πριν να ξημερώσει πήγε και βούτηξε τα πόδια της στη θάλασσα για να ρίξει το φλεβίτη. Δυο ώρες στην παγωμένη θάλασσα και να κοιτάει τον ουρανό. Έπειτα πέρασε απ’ τον μπακάλη, γύρισε στο σπίτι, μαγείρεψε στα παιδιά για τρεις μέρες, άφησε τις αλλαξιές πάνω στο κρεβάτι της «αυτά για το σκολείο, αυτά για το σπίτι και το βράδυ να κλειδώνετε ω ζαγάρια! - ακούτε;» Έμεινε ξύπνια όλη τη νύχτα και ζωγράφιζε με τα μάτια στο ταβάνι δεκαοχτώ χρόνων οργή: ολόκληρη κατσαρόλα με φασόλια καυτά, στο κεφάλι. Μπροστά τα παιδιά, μπροστά κι ο αδερφός του και μετά με τα μούτρα στο κρεβάτι σαν να ήταν ζώο. Ρεζιλίκια, βρισιές και ξύλο. Και την άλλη μέρα να του τρίβει τα σώβρακα και τις φανέλες απ τα ξερατά στο χέρι.
Απ’ το κούτελο ως το σαγόνι, η Μιμόζα ήταν μια κροτίδα. Μια κροτίδα που δεν είχε κάνει ποτέ μπαμ. Πήρε το πρωινό βαπόρι, μετά το λεωφορείο και το ίδιο βράδυ τον βρήκε να πίνει φτηνό κρασί σ’ ένα καφενείο -το τελευταίο της πλατείας- και να μιλάει θολά αφήνοντας σάλια και μισομασημένες ελιές απάνω στα μουστάκια του.
«Σήκω. Να με πας στο σπιτ’»
«Ωραία βυζιά που ‘χεις μωρή Μιμόζα»

Τον πήρε υποβασταζόμενο στον ώμο της. Κάθε λίγο, έσκυβε για να τη φιλήσει κι εκείνη έφτυνε απ’ την άλλη μεριά. Φτάσανε και τον έβαλε να κάτσει στην μπεζούλα της αυλής, απέναντι απ την πόρτα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και βρήκε το κλειδί. Μπήκε μέσα, διπλοκλείδωσε, ξεφορτώθηκε την τσάντα της και κοίταξε γύρω. Καινούριες κουρτίνες, καινούριο ψυγείο, καινούριο κρεβάτι -διπλό, όχι εναμισάρι που την είχε εκείνη να κακοφορμίζει στο ένα πλευρό τόσα χρόνια-τόσα χρόνια!- τραπεζομάντιλο πάνινο εμπριμέ βαρύ και, πλυντήριο!
«Και πλυντήριο! Για την παλιοβρώμα. Την Ρουμούνα!»
Έκατσε πολύ ώρα στην άκρη του κρεβατιού κι έπιασε εκείνο το μοιρολό’ι. Αυτός έξω μουγκάνιζε και πότε-πότε χτυπούσε ξεθυμασμένα τα παράθυρα και την πόρτα.
«Άνοιξε! Τα βυζιά σου μωρή Μιμόζα. Άνοιξε να τα δω»

Μετά άκουσε και την άλλη. Πήγε απ το καφενείο και της είπανε πως τον πήρε μια γυναίκα. Ήρθε, κάτι είπανε - δεν ξεκαθάρισε μα δεν την ένοιαξε κιόλας- και μετά την άκουσε να φεύγει βρίζοντας στη γλώσσα της. Η Μιμόζα, έβγαλε το νυχτικό της απ’ την τσάντα, το φόρεσε, έβγαλε τις κάλτσες της, έτριψε λίγο τα πόδια της -καίγανε τα άτιμα- έκανε το σταυρό της τρεις φορές -βλάχα κι ορθόδοξη κι απ’ τα δυο της τα σόγια- κι έπεσε για ύπνο στο διπλό κρεβάτι. Βαθύς ύπνος, ακέραιος.

Το πρωί ξύπνησε αξημέρωτα. Κοίταξε απ’ το τζάμι. Αυτός κοιμόταν στην αυλή, ένα κομμάτι κρέας: το στόμα μισάνοιχτο, το πουκάμισο ξεκούμπωτο, τα μισά κουμπιά χαμένα. Ανοίγει το ψυγείο, πετάει όλα τα πράματα στη μέση του σπιτιού. Μετά τα συρτάρια: τραπεζομάντιλα, πετσέτες, φανέλες βρακιά, μπλούζες, φούστες, παντελόνια, ό,τι βρήκε. Τα στρωσίδια του κρεβατιού, τις κουρτίνες κι ότι φαγώσιμο είχαν μέσα τα ντουλάπια. Τα κάνει βουνό. Ανοίγει τις πόρτες του ψυγείου, το τραβάει με δύναμη, πέφτει, σπάνε και σακατεύονται όλα, η μία ξηλώθηκε. Κατεβάζει την πόρτα του φούρνου, πατάει πάνω, κομμάτια κι αυτή. Μετά πάει στο πλυντήριο. Πού τη βρήκε τόση δύναμη; Η πόρτα στα χέρια της. Με κάτι πιρούνια ξηλώνει κουμπιά. Φύλλο και φτερό το πλυντήριο.
«Της παλιο Ρουμούνας - της έφτιασε και προίκα»
Κάθεται μπροστά στο βουνό με τα ρούχα και τα τρόφιμα. Τα σκορπάει. Κατόπιν βγάζει απ’ την τσάντα της τρία μπουκάλια χλωρίνης «παχιάς» απ’ τα μεγάλα. Τα’ αδειάζει αργά πάνω σε όλα. Να πάει παντού. Να μην τρώγεται, να μην φοριέται, να μην στολίζεται τίποτα. Τί-πο-τα. Τα ρέστα της χλωρίνης στο διπλό το στρώμα.
«Αχχχχ!»

Όταν τέλειωσε, καμάρωσε για λίγο το έργο της, πήρε μια καθαρή φανελίτσα απ’ την τσάντα της, μια καθαρή κυλόττα και μια μικρή πετσέτα. Μπήκε στο μπάνιο, έκανε ένα ντους, χτενίστηκε, ντύθηκε, σκουπίστηκε απαλά, έβαλε λίγη Νιvea στα χέρια, ανοίξε την πόρτα κι απ’ τα δυο της φύλλα , βγήκε στην αυλή και στάθηκε όρθια μπροστά του. Αυτός, άνοιξε τα μάτια του, κάθησε όπως όπως κατάχαμα στην αυλή και προσπαθησε να διακρίνει τι γίνεται μέσα. Θα περάσανε και πέντε λεπτά. Μιλιά ο ένας, μιλιά ο άλλος. Κάποτε, σηκώθηκε με το ζόρι και ζαλισμένος πήγε ως την παραστάδα της πόρτας. Ακούμπησε με το σώμα του, κοίταξε μέσα. Ούτε λέξη. Γύρισε και κοίταξε απάνω του. Τα πόδια, τα χέρια του. Μετά, αρχινάει τα γέλια. Δυνατά γέλια, τρανταχτά, σιχαμένα.
«Ήρθες να με σκοτώσεις μωρή, μα δε με σκότωσες, δε μ’ έριξες στο πηγάδι.”

“Σε σκότωσα”.

Η Μιμόζα, έστρωσε την τσάντα στον ώμο της, έφτιαξε τα μαλλιά της με τα δάχτυλα κοιτώντας την ανατολή, γύρισε την πλάτη και έφυγε προς την πλατεία. Όσο απομακρύνονταν, είχε πιάσει έναν εύθυμο σκοπό, γρήγορο. Έβγαινε το τραγούδι απ’ την άκρη των χειλιών της, ξεθύμαινε απ’ την μύτη και στόλιζε τα όμορφα μάτια της. Στα καφενεία την κοίταξαν περίεργα, μα κανείς δεν τόλμησε να την ρωτήσει ποια ήταν, τι ήθελε, τι έγινε και πώς και τί. Η φωνή της ήταν γάργαρη και το σώμα της ελαφρύ. Πήρε το πρώτο πρωινό λεωφορείο της επιστροφής. Σ’ όλο το δρόμο τραγούδαγε.