σε σκότωσα

5 03 2008

woman-ilatovski2.jpg 

Woman, Ευγένιος Ιλατόφσκι

Ήταν γειτόνισσά μου για πολλά χρόνια. Τρία παιδιά κι ένας άντρας σατράπης και μέθυσος. Του έκοβε τα νύχια, του έβαζε τις κάλτσες, του ‘στρωνε το φανελάκι στους ώμους, άρπαζε μια ανάποδη και, για ευχαριστώ έτρωγε κι ένα βρίσιδι που το άκουγε όλη η γειτονιά. Μετά εκείνος έφευγε για τη δουλειά, τα παιδιά για το σχολείο κι εκείνη έβαζε μπουγάδα στο χέρι. Την πιο άσπρη μπουγάδα επί της γης. Όσο άπλωνε, μοιρολογούσε σιγοτραγουδώντας. Δεν καταλάβαινα τη γλώσσα, αλλά αυτός ο σκοπός έμοιαζε μ’ένα νοητό σκοτεινό αυλάκι που άνοιγε στα δυο το μέσα της φως - όσο της είχε απομείνει. Τίναζε τα υπερμεγέθη σώβρακά του σα φλάμπουρα και ως να τα στήσει στο σκοινί και να τους περάσει το μανταλάκι -παρ’ όλο που αυτή ήταν μια αναμενόμενη ενέργεια- έφευγε ένας ακαριαίος αναστεναγμός που ενεργοποιούσε το επόμενο στιχάκι, με τον ίδιο τρόπο που ενεργοποείται ένας πύραυλος σε εκτόξευση. Όλα αυτά, μέσα από τα δόντια και με φορά προς την πλάτη της που γίνονταν ένα τεράστιο ηχείο και βούιζε σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή.
Όσο πιο βάρβαρο ήταν το πρωινό ξύλο, τόσο πιο άσπρη η μπουγάδα. Στα χειρότερα, έπαιρνε μια παλιά χούβερ στην αγκαλιά -κάποιος την ξεφορτώθηκε και την οικονόμησε εκείνη- και ρούφαγε τη σκόνη απ’ τον αέρα. Μετά, έβραζε και όλα τα μαχαιροπίρουνα στην μεγάλη κατσαρόλα για πολύ ώρα και ύστερα τα έτριβε ένα ένα με σύρμα σε μια λεκάνη με απορρυπαντικό σκόνη, ξύδι και χλωρίνη.
«Βρε Μιμόζα, θα τα κάψεις τα χέρια σου, δεν κάνει…. Παράτα τον…»
«Είναι τα παιδιά.»

Έτσι, ανάμεσα στις μπουγάδες, την παλιά χούβερ και τα αποστειρωμένα μαχαιροπήρουνα κυλούσαν τα μοιρολόγια -μέρες, μήνες, χρόνια- απ’ τις οχτώ παρα δέκα ως τις δωδεκάμισι κάθε μέρα. Μετά έριχνε λίγο νεράκι στην αλτάνα με τις γαρυφαλλιές, κατάβρεχε και τα φύλλα με τα χέρια για να μην έχουν σκόνες, έκλεινε το παράθυρο και πήγαινε μέσα. Έμενε πίσω η αυλή να λαμποκοπάει απ’ την αντανάκλαση του σωβρακοφλάμπουρου και τις χρυσαλίδες του νερού πάνω στα πέταλα των λουλουδιών.
Μια μέρα αυτός, αφού την έδειρε μέχρι που μάτωσαν τα χέρια του, έβαλε ένα χειμωνιάτικο παλτό, ένα «κοστουμ’», μερικά χαρτιά και τα σώβρακά του σε μια κούτα του νερού, πήρε το μεσημεριανό βαπόρι και την παράτησε με τα τρία παιδιά.
«Πο’τάνα!»

Η Μιμόζα έζησε. Έκλαψε, έβρισε, μελαγχόλησε αλλά έζησε. Βρήκε δουλειά, αποταμίευε λεφτά, άλλαξε σπίτι, πάχυνε λιγάκι ώστε να δείξουν τα ωραία της μάτια και να στηθεί ξανά το μπούστο της. Συχνά, την ώρα του καφέ  θυμόταν το ένα και το άλλο και τσουπ! ενεργοποιούσε το μοιρολό’ι αλλά σε δυο λεπτά έπαιρνε βαθιά ανάσα, τίναζε το κεφάλι κι έστελνε πίσω όλα τα ποδοβολητά και τα χαστούκια που χτυπούσαν στους κροτάφους της.
«Πιο καλά είμαι τώρα. Κοιμάμαι τα βράδια. Έχω και τα παιδιά.»

Μετά από μήνες -και χρόνος μπορεί να ήταν, τι λέω;- ήρθε η είδηση από την αδερφή ενός παλιού γνωστού. Αυτός, ζει κάπου στην Εύβοια με μια Ρουμάνα μικρή, και τον κάνει ότι θέλει. Ως τότε στα παιδιά, ούτε ένα τηλεφώνημα. Καλά σ’ εκείνη. Αλλά στα παιδιά; Ούτε τι κάνουνε; Ζούνε πεθάνανε; Τίποτα; Η Μιμόζα πήρε φωτιά. Περπάταγε και πέταγε σπίθες. Μονολογούσε αφρίζοντας: μόνο ένα παχύ σσσσςςςςς ακούγονταν ανάμεσα στις λέξεις, σαν παφλασμός, σα να τις τρίβει σε γαλβανισμένους σωλήνες, μπροστά απ’ τα δόντια και προς τα έξω αυτή τη φορά, όχι προς την πλάτη.
«Θα σου δείξω εγώ»

Πριν να ξημερώσει πήγε και βούτηξε τα πόδια της στη θάλασσα για να ρίξει το φλεβίτη. Δυο ώρες στην παγωμένη θάλασσα και να κοιτάει τον ουρανό. Έπειτα πέρασε απ’ τον μπακάλη, γύρισε στο σπίτι, μαγείρεψε στα παιδιά για τρεις μέρες, άφησε τις αλλαξιές πάνω στο κρεβάτι της «αυτά για το σκολείο, αυτά για το σπίτι και το βράδυ να κλειδώνετε ω ζαγάρια! - ακούτε;» Έμεινε ξύπνια όλη τη νύχτα και ζωγράφιζε με τα μάτια στο ταβάνι δεκαοχτώ χρόνων οργή: ολόκληρη κατσαρόλα με φασόλια καυτά, στο κεφάλι. Μπροστά τα παιδιά, μπροστά κι ο αδερφός του και μετά με τα μούτρα στο κρεβάτι σαν να ήταν ζώο. Ρεζιλίκια, βρισιές και ξύλο. Και την άλλη μέρα να του τρίβει τα σώβρακα και τις φανέλες απ τα ξερατά στο χέρι.
Απ’ το κούτελο ως το σαγόνι, η Μιμόζα ήταν μια κροτίδα. Μια κροτίδα που δεν είχε κάνει ποτέ μπαμ. Πήρε το πρωινό βαπόρι, μετά το λεωφορείο και το ίδιο βράδυ τον βρήκε να πίνει φτηνό κρασί σ’ ένα καφενείο -το τελευταίο της πλατείας- και να μιλάει θολά αφήνοντας σάλια και μισομασημένες ελιές απάνω στα μουστάκια του.
«Σήκω. Να με πας στο σπιτ’»
«Ωραία βυζιά που ‘χεις μωρή Μιμόζα»

Τον πήρε υποβασταζόμενο στον ώμο της. Κάθε λίγο, έσκυβε για να τη φιλήσει κι εκείνη έφτυνε απ’ την άλλη μεριά. Φτάσανε και τον έβαλε να κάτσει στην μπεζούλα της αυλής, απέναντι απ την πόρτα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και βρήκε το κλειδί. Μπήκε μέσα, διπλοκλείδωσε, ξεφορτώθηκε την τσάντα της και κοίταξε γύρω. Καινούριες κουρτίνες, καινούριο ψυγείο, καινούριο κρεβάτι -διπλό, όχι εναμισάρι που την είχε εκείνη να κακοφορμίζει στο ένα πλευρό τόσα χρόνια-τόσα χρόνια!- τραπεζομάντιλο πάνινο εμπριμέ βαρύ και, πλυντήριο!
«Και πλυντήριο! Για την παλιοβρώμα. Την Ρουμούνα!»
Έκατσε πολύ ώρα στην άκρη του κρεβατιού κι έπιασε εκείνο το μοιρολό’ι. Αυτός έξω μουγκάνιζε και πότε-πότε χτυπούσε ξεθυμασμένα τα παράθυρα και την πόρτα.
«Άνοιξε! Τα βυζιά σου μωρή Μιμόζα. Άνοιξε να τα δω»

Μετά άκουσε και την άλλη. Πήγε απ το καφενείο και της είπανε πως τον πήρε μια γυναίκα. Ήρθε, κάτι είπανε - δεν ξεκαθάρισε μα δεν την ένοιαξε κιόλας- και μετά την άκουσε να φεύγει βρίζοντας στη γλώσσα της. Η Μιμόζα, έβγαλε το νυχτικό της απ’ την τσάντα, το φόρεσε, έβγαλε τις κάλτσες της, έτριψε λίγο τα πόδια της -καίγανε τα άτιμα- έκανε το σταυρό της τρεις φορές -βλάχα κι ορθόδοξη κι απ’ τα δυο της τα σόγια- κι έπεσε για ύπνο στο διπλό κρεβάτι. Βαθύς ύπνος, ακέραιος.

Το πρωί ξύπνησε αξημέρωτα. Κοίταξε απ’ το τζάμι. Αυτός κοιμόταν στην αυλή, ένα κομμάτι κρέας: το στόμα μισάνοιχτο, το πουκάμισο ξεκούμπωτο, τα μισά κουμπιά χαμένα. Ανοίγει το ψυγείο, πετάει όλα τα πράματα στη μέση του σπιτιού. Μετά τα συρτάρια: τραπεζομάντιλα, πετσέτες, φανέλες βρακιά, μπλούζες, φούστες, παντελόνια, ό,τι βρήκε. Τα στρωσίδια του κρεβατιού, τις κουρτίνες κι ότι φαγώσιμο είχαν μέσα τα ντουλάπια. Τα κάνει βουνό. Ανοίγει τις πόρτες του ψυγείου, το τραβάει με δύναμη, πέφτει, σπάνε και σακατεύονται όλα, η μία ξηλώθηκε. Κατεβάζει την πόρτα του φούρνου, πατάει πάνω, κομμάτια κι αυτή. Μετά πάει στο πλυντήριο. Πού τη βρήκε τόση δύναμη; Η πόρτα στα χέρια της. Με κάτι πιρούνια ξηλώνει κουμπιά. Φύλλο και φτερό το πλυντήριο.
«Της παλιο Ρουμούνας - της έφτιασε και προίκα»
Κάθεται μπροστά στο βουνό με τα ρούχα και τα τρόφιμα. Τα σκορπάει. Κατόπιν βγάζει απ’ την τσάντα της τρία μπουκάλια χλωρίνης «παχιάς» απ’ τα μεγάλα. Τα’ αδειάζει αργά πάνω σε όλα. Να πάει παντού. Να μην τρώγεται, να μην φοριέται, να μην στολίζεται τίποτα. Τί-πο-τα. Τα ρέστα της χλωρίνης στο διπλό το στρώμα.
«Αχχχχ!»

Όταν τέλειωσε, καμάρωσε για λίγο το έργο της, πήρε μια καθαρή φανελίτσα απ’ την τσάντα της, μια καθαρή κυλόττα και μια μικρή πετσέτα. Μπήκε στο μπάνιο, έκανε ένα ντους, χτενίστηκε, ντύθηκε, σκουπίστηκε απαλά, έβαλε λίγη Νιvea στα χέρια, ανοίξε την πόρτα κι απ’ τα δυο της φύλλα , βγήκε στην αυλή και στάθηκε όρθια μπροστά του. Αυτός, άνοιξε τα μάτια του, κάθησε όπως όπως κατάχαμα στην αυλή και προσπαθησε να διακρίνει τι γίνεται μέσα. Θα περάσανε και πέντε λεπτά. Μιλιά ο ένας, μιλιά ο άλλος. Κάποτε, σηκώθηκε με το ζόρι και ζαλισμένος πήγε ως την παραστάδα της πόρτας. Ακούμπησε με το σώμα του, κοίταξε μέσα. Ούτε λέξη. Γύρισε και κοίταξε απάνω του. Τα πόδια, τα χέρια του. Μετά, αρχινάει τα γέλια. Δυνατά γέλια, τρανταχτά, σιχαμένα.
«Ήρθες να με σκοτώσεις μωρή, μα δε με σκότωσες, δε μ’ έριξες στο πηγάδι.”

“Σε σκότωσα”.

Η Μιμόζα, έστρωσε την τσάντα στον ώμο της, έφτιαξε τα μαλλιά της με τα δάχτυλα κοιτώντας την ανατολή, γύρισε την πλάτη και έφυγε προς την πλατεία. Όσο απομακρύνονταν, είχε πιάσει έναν εύθυμο σκοπό, γρήγορο. Έβγαινε το τραγούδι απ’ την άκρη των χειλιών της, ξεθύμαινε απ’ την μύτη και στόλιζε τα όμορφα μάτια της. Στα καφενεία την κοίταξαν περίεργα, μα κανείς δεν τόλμησε να την ρωτήσει ποια ήταν, τι ήθελε, τι έγινε και πώς και τί. Η φωνή της ήταν γάργαρη και το σώμα της ελαφρύ. Πήρε το πρώτο πρωινό λεωφορείο της επιστροφής. Σ’ όλο το δρόμο τραγούδαγε.


Ενέργειες

Πληροφορίες

36 απαντήσεις προς “σε σκότωσα”

5 03 2008
Σελιτσανος (14:20:05) :

Μου φαινεται τα λεμε της νυφης να τ’ ακουσει η πεθερα.

(Παλι σ’ εβαλε να πλυνεις στο χερι τα πανια της κουζινας ;)

5 03 2008
dimitris-r (16:59:21) :

Εμένα, πέρα από την ιστορία -που καιρό τώρα την ξέρω σαν πέρα για πέρα αληθινή- με συγκινεί ιδιαίτερα η επιλογή σου της εικονογράφισης.
Γνωρίζω τον καλλιτέχνη, ίσως ένας από τους πιο αγνούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Έχει μια αγιότητα ο Evgeni που ζωγράφισε αυτά τα βυζιά, που ξεχειλίζει στο πρόσωπό του και του βγαίνει στην τέχνη του. Όσοι τον γνώρισαν στο νησί στις δυο εκθέσεις που έχει κάνει τον θυμούνται με πολλή αγάπη. Ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια όταν μιλούσε για την τάση φυγής για την επιθυμία πλεύσης προς την ελευθερία που έχουν όλοι οι Ρώσοι μετά την πτώση του Γκορμπατσόφ και την διακυβέρνηση Γέλτσιν.
“Ψάχνουμε, έλεγε, ο καθένας μας μια κιβωτό, να επιβιβαστούμε κι όπου μας βγάλει… γύρω μας πλημμύρα και κλειστοί ορίζοντες (γι αυτό και η καθαρισμένες φέτες κολοκύθας ήταν το αγαπημένο του θέμα): they look like an arc! don’t they?”
Και κείνες οι καθαρισμένες κολοκύθες σε πρώτο πλάνο διηγούνται μια ιστορία τελείως εσωτερική, μια επιθυμία φυγής, μια έξοδο προς τη σωτηρία.
Αυτή η ίδια κιβωτός διαφυγής όσο κι αν έμοιαζε κορύφωση μιας τραγωδίας, ήταν και για τη Μιμόζα οι τίτλοι τέλους σε μια ιστορία που τη βασάνισε μια ολόκληρη ζωή.

Λουΐζα, διηγήθηκες τη μισή ιστορία. Άμποτε ν’ αξιωθείς να γράψεις και την υπόλοιπη. Η Μιμόζα, η αλβανο-βλάχα της διπλανής πόρτας, ορθόδοξη στα πιστεύω και στην περηφάνεια, δεν χωράει σ’ ένα post. Ζήλεψα που μπόρεσες να γράψεις έστω και κομμάτι από το συναξάρι της αγιογραφώντας την με το πινέλο του Evgeni Ilatovski.

5 03 2008
Σελιτσανος (19:05:56) :

@dimitris-r

Μας το βαρυνες(αλλα θα προσαρμοστω και θα τ’ αντεξω).

Οφειλω να πω οτι κι εμενα παγιδεψε το βλεμμα μου ο πινακας του ποστ.
Συνειρμικα δε - ισως λογω του ονοματος του δημιουργου αλλα ισως και λογω του φωτισμου του θεματος - μου θυμισε τον αλλο αγαπημενο δημιουργο-εικονοπλαστη σε -οφσκι:τον Αντρει Ταρκοφσκι.Ομολογω οτι αγνοουσα τον Ευγενιο Ιλατοφσκι και το εργο του οπως και το πολιτιστικο γιγνεσθαι της μετασοβιετικης Ρωσιας.Δεδομενου δε οτι με τους Ρωσους διασταυρωνομαστε συχνα τοσο ιστορικα οσο και πολιτιστικα , μου δειξατε ενα μεγαλο μου ελλειμμα (Κακουργε μου ‘βαλες δυσκολο homework!)

Οσον αφορα την ιστορια της Μιμοζας πρεπει να πω οτι , περα απο τις αφηγηματικες αρετες της συγγραφουσας , η ιδια η ιστορια ειναι εξαιρετικα ενδιαφερουσα.Αν προσπαθησουμε να την αξιολογησουμε με κριτηριο τον ορισμο της τραγωδιας του Αριστοτελη , θα ξαφνιαστουμε.Ιδιαιτερα στο σημειο οπου μετα την “αναγνωριση” -πεσαν τα λεπια απο τα ματια της θα ‘λεγε το συναξαρι- επερχεται πραγματι “δι ελεου και παθους ” η περατωσις “των τοιουτων παθηματων καθαρσεως”:

“Σε σκότωσα”.

Η Μιμόζα, έστρωσε την τσάντα στον ώμο της, έφτιαξε τα μαλλιά της με τα δάχτυλα κοιτώντας την ανατολή, γύρισε την πλάτη και έφυγε προς την πλατεία. Όσο απομακρύνονταν, είχε πιάσει έναν εύθυμο σκοπό, γρήγορο. Έβγαινε το τραγούδι απ’ την άκρη των χειλιών της, ξεθύμαινε απ’ την μύτη και στολίζε τα όμορφα μάτια της.

Τελικα η ζωη -εφοσον η ιστορια ειναι πραγματικη- ειναι ο καλυτερος τραγωδος.

(Ατιμε dimitris-r τι με βαζεις και γραφω απογευματιατικα!)

5 03 2008
Σελιτσανος (21:19:22) :

Ουπς!Διορθωνω:”η περατωσις της των τοιουτων παθηματων καθαρσεως”

5 03 2008
Nina C (21:35:46) :

Αυτό δεν ήταν ιχνογραφία, καλή μου. Fresco του Michelangelo στην Capella Sistina ήταν!

6 03 2008
heliotypon (07:43:13) :

Αλήθεια, πόσες Μιμόζες έχει η χώρα αυτή (και όχι μόνο)! Σε διάφορες εκδόσεις, αλλά το βασικό μοτίβο παραμένει.

6 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (08:37:43) :

@σελιτσάνε & dimitris-r,
τί έγινε αγόρια; απ’ την γκλάσνοστ ως τον Αριστοτέλη; Πως τα καταφέρατε έτσι; :-D

Ο Ευγένιος και η Μιμόζα είναι μόνο δύο από τα εκατομύρια των μεταναστών, που παίρνουν το όνειρό τους στην πλάτη και αλλάζουνε πατρίδα για να το πραγματοποιήσουνε. Τις περισσότερες φορές το όνειρο αυτό πεθαίνει στη διαδρομή. Για τους πιο τυχερούς απλώς μεταλάσσεται.

6 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (09:05:22) :

@nina,
ιχνογραφία και μάλιστα με αδρές γραμμές - ευχαριστώ πάντως :-)

@heliotypon,
πολλές μάλλον - έτοιμα σενάρια.
Φαίνεται πως η πραγματικότητα είναι πιο σουρεαλιστική κι απ’ τη φαντασία, όπως έλεγα και μ’ ένα φίλο.

(καλωςπεράσατεαποδω)

6 03 2008
D T (13:59:50) :

Είχα καιρό έτσι σε μπλογκ να απολαύσω ιστορία. Μαζί με τον πίνακα. Πεντακάθαρος λόγος σαν τη μπουγάδα της Μιμόζας. Ευχαριστώ :)

6 03 2008
buzz (17:47:28) :

Σε σκότωσα

…αφού την έδειρε μέχρι που μάτωσαν τα χέρια του, έβαλε ένα χειμωνιάτικο παλτό, ένα «κοστουμ’», μερικά χαρτιά και τα σώβρακά του σε μια κού…

6 03 2008
Magica de Spell (18:46:21) :

Υποκλίνομαι.

6 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (19:06:13) :

@dt,
κι εγώ για τα όμορφα λόγια σας.

@buzz αγάπη μου,
βλέπε, διάβαζε και άκου για να μαθαίνεις: ποτέ μην εμπιστεύεσαι μια γυναίκα με χλωρίνη :-)

@magica,
ουπς! με συγκινείς και με κοκκινίζεις

6 03 2008
fevis (21:05:53) :

Πόσο ταλέντο χωράει σε μια οικογένεια πια? Γράφετε και οι δυό σας υπέροχα, εσύ λίγο πιο υπέροχα από τον αγαπημένο σου για να είμαστε ειλικρινείς… Μπορώ να φανταστώ τις εκθέσεις του υιού και να σκάσω από την ζήλια μου…. :-)

7 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (13:05:21) :

@fevis,
Η αλήθεια είναι ότι και γω προσπαθώ να τις φανταστώ τις εκθέσεις του, γιατί δεν μου τις δείχνει ποτέ. Δεν μένει λοιπόν, παρα να περιμένω τη μέρα που θα γίνει κι αυτός μπλόγκερ και τότε το ξανασυζητάμε :-D :-D :-D

(ευχαριστώ πάντως, λίγο παραπάνω από τους άλλους δύο ;-) )

7 03 2008
Κ.Κ.Μοίρης (17:16:03) :

Κυρία μου χαίρομαι που με τιμάτε με την φιλία σας

7 03 2008
hdd345f (17:20:39) :

way to go sorellina!!

7 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (18:26:40) :

@κκμ,
μα γιατί το λέτε αυτό; εγώ δεν σας είδα ποτέ σαν φίλο :P

(κομμάτια με έκανες και δεν ξέρω πως να το ελαφρύνω)

@hdd345f,
μεταξύ μας: δεν το καταλαβα, αλλά για να το λέτε εσείς… :-)

7 03 2008
mpampakis (19:12:56) :

Πω-πω-πω, θα μας κάνεις να το κλείσουμε το μαγαζί μας, από ντροπή που στέκεται δίπλα στο δικό σου…

Φτου φτου φτου βρε! Ενθουσιάστηκα!!! :)

8 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (09:17:13) :

@mpampakis,
αν είναι να με κάνεις μούσκεμα κάθε φορά που ενθουσιάζεσαι θα το κλείσω το περίπτερο :-D

(φιλιά)

8 03 2008
dimitris-r (10:58:03) :

Ωραίο Header!
Αρκούντως παρδαλό λόγω των ημερών, για να …σκάσει ο Μπαμπάκης απ’ τη ζήλεια!
Μπορώ να έχω εγώ ένα Σαρακοστιανό παρακαλώ;

8 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (11:26:12) :

@dimitris,
τα φτηνά κόλπα με τις κορδελίτσες ζήλεψες; από τέτοια σωρό.
Η Σαρακοστή όμως, θέλει θυσίες… Είσαι έτοιμος; :-D

8 03 2008
dimitris-r (11:33:30) :

Ό,τι ζητήσεις!
Μόνο μια τελευταία χάρη. Την δικαιούνται ως και οι καταδικασμένοι σε θάνατο!
Ν’ αδειάσω τον καταψύκτη πρώτα;
:-)

8 03 2008
Σελιτσανος (13:22:37) :

Ρε παιδια , δεν τα λετε σπιτι σας , ειναι αναγκη να μιλατε μεσω internet;

8 03 2008
8 03 2008
Πάνος (23:38:53) :

Εξαιρετικό - ως συνήθως!

9 03 2008
dimitris-r (10:14:12) :

@Selitsanos.
Ααα, κάνουμε κι άλλα. Παραγγελίες π.χ.
Θέλουμε 20 κιλά από ‘κεινο!!! αν έχει, το καλό του γυναικαδελφού, με τον ίδιο τρόπο να φτάσει εδώ, σε πίστωση γνωστού φερέγγυου λογαριασμού μας.
Έπιασε πάτο το κιούπι!

9 03 2008
nikos (10:23:06) :

Με συγκίνησες.

10 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (01:59:05) :

σας ευχαριστώ θερμά όλους - ιδαιτέρως το Αθήναιο για την παραπομπή (και την ωδή στον φλεβίτη των γυναικών :-) ).

αύριο πετάμε αετό - καλη σαρακοστή!

10 03 2008
N.Ago (13:55:11) :

Καιρό έχουμε να τα πούμε! :)
Καλή Σαρακοστή !

11 03 2008
alzap (07:57:53) :

Εγώ, να πω την αλήθεια μου, καθότι απολίτιστος τη ζωγραφιά ούτε που την πρόσεξα.
Το κείμενο όμως γράφτηκε, σημάδεψε αισθήματα και νου, σήκωσε ψηλά τον πήχυ.
Να μην τα ξαναλέω, όταν σοβαρεύεσαι ΓΡΑΦΕΙΣ. Και δυστυχώς γράφεις με μοναδικό τρόπο και άρα δύσκολο να βρούμε υποκατάστατα.
Αρα,
ΣΟΒΑΡΕΨΟΥ κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο.

11 03 2008
kopoloso (14:23:14) :

Έξι μέρες άφωνος έμεινα!

“Μιμόζα” είναι το αληθινό της όνομα;
Τι πουτάνα που είναι η ζωή…

11 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (15:05:12) :

@n.ago,
επίσης

@alzap,
να σοβαρευτώ και μάλιστα ¨κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο”;
Δε μου ζητάς να ψηφίσω ΠΑΣΟΚ καλύτερα; :-D

@kopoloso,
όχι δεν είναι. Αλλά και το αληθινό να έβαζα, πάλι πουτάνα θα την έλεγες τη ζωή. Στοίχημα το κεφάλι μου.

11 03 2008
Maigret (15:06:32) :

ήρθα μιλημένος από άλλο τσαρδί
ευτυχώς που άκουσα
το κείμενο ‘σκοτώνει’

11 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (15:42:05) :

@Maigret,
η ιστορία είναι αληθινή - αυτή σκοτώνει

ευχαριστώ πάντως που βγήκατε απ’ τη ρότα σας και κάνατε τον κόπο να φτάσετε ως εδώ κάτω, στο κουτάκι των σχολίων.

20 03 2008
Aggelos (10:00:37) :

Φοβερή αφήγηση. Κάποια σημεία τα ήθελα πιο ανεπτυγμένα. Η ιστορία είναι αληθινή; Έχεις ίδιο επώνυμο (του αντρού της, που λένε στην Κρήτη) με μια θεια μου.
Γεια.

22 03 2008
Λουίζα Κορνάρου (23:03:23) :

@aggelos,
ναι, ίσως θα μπορούσα να αναπτύξω περισσότερο κάποια σημεία αν δεν έγραφα αυτόματα και για τις ανάγκες του blog. Η ιστορία - που είναι αληθινή- κέρδισε τις ασκήσεις τεχνικής :-) .

Γεια κι από δω.

Αφήστε κάποιο σχόλιο

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτές τις ετικέτες : <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>