τα λυπητερά

24 04 2008

 

 Una Crucifixión, Humberto Rios

Σήμερα κι αύριο οι φούρνοι ψήνουνε ψωμί σε σχήμα σταυρού. Κι επειδή, την Μεγάλη Πέμπτη ο  Χριστός παιδεύτη, στο ψωμί αυτό δεν βάζουνε μαχαίρι, αλλά το κόβουνε με το χέρι. Όλους αυτούς τους συμβολισμούς η ανάγκη των ανθρώπων τους χώρεσε στην εβδομάδα των Παθών, αλλά τον πόνο, το φόβο του θανάτου και την ελπίδα της ανάστασης, τα σκουντουφλάμε κάθε μέρα μέσα μας και δίπλα μας απ’ τη μέρα που θα γεννηθούμε. Η γιαγιά μου σαν σήμερα και σαν αύριο έκρυβε τα μαχαίρια κι έβαζε ένα πιατάκι με ξύδι απ’ το πρωί πάνω στο τραπέζι για να βουτάμε μέσα ό, τι έφτανε ως το στόμα. Δραματοποιούσε τον πόνο και την ελπίδα στα όρια της οικογένειας, της γειτονιάς και της εκκλησιάς της ενορίας της κι όλο μουρμούριζε ψαλμούς και λυπητερά τραγούδια. Στο όριο της πίστης της - για όσο φαίνονταν. Στην πραγματικότητα όμως, το όριο της ήταν ο άνθρωπος. Ο ευάλωτος απέναντι στο θάνατο. Ο αναγκεμένος της ελπίδας.

——————–

Στη Μύκονο κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, που απαγορευόταν κάθε ψυχαγωγία, οι γυναίκες συνήθιζαν να λένε ορισμένα τραγούδια. Τα Σαρακοστιανά δεν ήταν τραγούδια της διασκέδασης. “Το γεμάτο θλίψη, πίκρα, υποδούλωση, ξενιτιά, χαμό και θάνατο περιεχόμενό τους τα έκανε, αν και δεν ήσαν τραγούδια θρησκευτικά, να ταιριάζουνε με το πνεύμα και τα συναισθήματα της εποχής, μιας εποχής πένθους και περισυλλογής. Αφορούσαν τον καθημερινό ανθρώπινο πόνο, τη συνάντηση της ζωής με τον θάνατο.” [...] Τα περισσότερα σήμερα έχουν ξεχαστεί ή έχει ξεχαστεί ο σκοπός τους. Ήσαν “Η Ερασμία”, “Η Τριαναταφυλλένια”, “Η Λυγερή”, ”Tο Κωσταντάκι” και άλλα, και βέβαια η πιο γνωστή κι αγαπητή “Βγενούλα”:

Δόμνα Σαμίου, Tα Πασχαλιάτικα, Ανοιξιάτικα τραγούδια του θανάτου και της ανάστασης

———–

Καλή ανάσταση λοιπόν.

 

 





σεντουκιασμένοι φλώροι

18 04 2008

ΣΕ ΔΙΣΚΑΔΙΚΑ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΟΥΤΕ ΚΕΡΔΗ ΤΑ ΜΑΡΑΙΝΟΥΝ RECORDS

 

“Προσπαθώ να υπηρετώ τον ελληνικό ήχο, κάτι που σιγά σιγά χάνεται, μάλλον δικαιολογημένα γιατί τα πράγματα αλλάζουν. Ισως και να είμαι παρωχημένος, αλλά η καρδιά μου εκεί με πάει.”

Συγκινούμαι πάντα όταν ακούω αυτόν τον ψάλτη. Βρείτε τον Ισίδωρο Παπαδάμου εδώ κι ακούστε τα τραγούδια του εδώ. Η διανομή γίνεται αποκλειστικά από τον ίδιο via διαδικτύου.

Το τραγουδάκι, “Έτσι που ήρθαν” είναι από τον δίσκο  “Ένα γινόμενο” και συνοδεύει Το όμορφο ίχνος του “αντί”  στα κάρβουνα και το Αντίο, αντί  στη vitamoderna.

υγ: Γιώργο ευχαριστώ!

 





mono(b)log

15 04 2008

fotini_makis.jpg

Η Φωτεινή της νύχτας, δια χειρός Μάκη Κοντιζά, ξυλοκοπτική & υδατοδιαλυτές ριπολίνες

 

Κάθε πρωί που ξυπνάω βγαίνω για κυνήγι. Πρώτα οπλίζω τα μάτια. Ρίχνω την πρώτη σφαίρα στο ταβάνι. Μετά στο ρολόι και με μαεστρία την επόμενη στο παράθυρο, για να σιγουρευτώ πως το αγρέλι της Κατίνας βαστάει ακόμα την απέναντι κορφή. Η τέταρτη και φαρμακερή πέφτει στις παντόφλες, αλλά ποτέ δεν ξεμπέρδεψα το θήραμα με την πρώτη γιατί αυτές τις αγριοπαντόφλες αλλού τις αφήνω κι αλλού βρίσκονται. Ουρά-κεφάλι μέρα παρά μέρα, γλιτώνουν με τραυματισμούς. Σέρνομαι στο διάδρομο προς τις σκάλες και, με κόπο ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση[1], φτάνω ως την καφετιέρα. Αριστερό χέρι καφέ-φίλτρο-νερό, δεξί, φλυτζάνι-γάλα-κουταλάκι. Μέχρι να κάνει η καφετιέρα το καθήκον της τα βάζω με το αγριοWC. Η Φωτεινή της Νύχτας βοσκάει εκεί μέσα αμέριμνη στα παλιά 9 της Ελευθεροτυπίας. (Ας είναι καλά, βοήθησε πάρα πολύ στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του παιδιού μου, γλίτωσα τουλάχιστον από 178 ερωτήσεις σε διάφορες στάσεις.) Αριστερό χέρι νερό-οδοντόβουρτσα-κλάμερ, δεξί, πετσέτα-κρέμα-καζανάκι. Ο μαλάκας ο καθρέφτης δεν αντιστέκεται ποτέ γι αυτό και δεν ασχολούμαι. Σα μπεκάτσα με κοιτάει κάθε πρωί. Με μπεκάτσες όμως εγώ δεν τα βάζω. Βγαίνω. Αρπάω βίαια τον καφέ απ το σβέρκο και δαμάζοντας στα δώδεκα βήματα τις τραυματισμένες (ελαφρά) αγριοπαντόφλες πατάω το start στον υπολογιστή. Μπροστά και από πάνω μου περσινό τρόπαιο, ο Βαμβακάρης, ο Εμπειρίκος κι ο Γιαννούλης Χαλεπάς απ’ το όρος Τσικνιάς της νήσου Τήνος μια παρέα, δια χειρός Αννούλας Φιλίνη.
-Καλημέρα σας.
-Καλημέρα ω μεγάλη κυνηγέ (με μια φωνή και οι τρεις)
-Να ξέρετε πως παρά τον όγκο σας με χαρά συναντώ τα βλέμματά σας κάθε πρωί.
-Ε, μα ναι. Εξάλλου δεν υπάρχει στην έκπληξη εθισμός. Το κάθε πρωί το περιμένεις στο ρολόι ή στο παράθυρό σου.
-Κλεμμένο είν’ αυτό τρελο-Γιαννούλη… Σώπαινε τώρα, θα πετάξουν τα κυνήγια με τις φωνές σου.
Αριστερό χέρι, φάκελοι-σημειώματα-εκκρεμότητες, δεξί στο ποντίκι, μέιλ-εφημερίδες-βλογζ. Ποτέ η επόμενη τουφεκιά δεν πέφτει σε eps, psd, jpg, pdf, doc, png, gifάκια και άλλα αποδημητικά. Χαμένη θα πάει. Ξεκινώ με τους φίλους. Ακολουθούν οι άλλοι. Στήνω τη σκηνή μου εκεί κοντά και παραμένω. Κρατώ το ίδιο ορμητήριο σ’ αυτό το ξέφωτο μήνες και μήνες τώρα. Ξέρω τα σημάδια και τις πατημασιές τους. Άμα δω τσακισμένο κλαδάκι ξέρω ποιος το πάτησε, τι ώρα, αλλά και ακριβώς το βάρος που κουβαλούσε. Άλλοτε παίζω, άλλοτε μονάχα τους παρατηρώ. Θα ‘λεγε κανείς πως έτσι δεν έχει πλάκα. Πως είναι σαν να κυνηγώ σε εκτροφείο. Και λοιπόν; Σάμπως ο άγιος Συμεών ο Στυλίτης δεν άγιασε πάνω σε μερικούς τετραγωνικούς πόντους;[2] Στο κάτω κάτω ο καθένας έχει το κάδρο του. Εγώ εκ φύσεως δεν πειράζω των άλλων, με το δικό μου θα τα βάλω; Χώρια που βαριέμαι κι εύκολα.

Πήγε κιόλας επτά και τέταρτο. Ώρα να ξυπνήσουν οι άμαχοι. Επαναληπτικές ριπές: ντύσιμο, γάλα, σάντουιτς, καβγάς στα όρθια, φιλιά. Ο εργαλείος μπαίνει στην αναμονή κι εγώ στα παπούτσια μου. Μαύρα γυαλιά, τρία προς τέσσερα στην αναλογία του προσώπου και φέρμα με αγωγή Γκόρντον Σέττερ. Ο δεύτερος καφές ενδημεί στο Γυαλό και έχω μόνο τριάντα λεπτά στη διάθεσή μου πριν αρχίσει το αληθινό κυνήγι , δηλαδή δουλειά. Και καθώς επιστρεφω για να στρωθώ, όλο σκέφτομαι να αποκτήσω πίστη στις αποκαλύψεις και τα οράματα, κι όλο άσφαιρη μου βγαίνει αυτή η σκέψη…

____________________________________________________________________________________

[1]μπλουζάκι, γάτα, σαλοπέτα, ζωγραφιά, gorillaz, κάλτσα, σουτιέν, βιολί, σορτς, παρτιτούρα, πενηντάλεπτο, γάτα, πένα, allstar κόκκινο, barbie, θήκη κιθάρας, βιβλίο μαθηματικών, δίευρω, μαρκαδόρος, allstar μαύρο, i-pod, γάτα, τρία ορκ, κι άλλη παρτιτούρα

[2]το παραδειγμα του αγίου Συμεών , δανεισμένο απ’ τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου που το ‘ χε πάντα πρόχειρο και το πήρα προίκα