η γειτονιά μου I

23 03 2008

[...]

 melpo_to-spiti-mou_dok1.jpg

Μέλπω Αξιώτη, Το σπίτι μου, σελ. 134, εκδ. Κέδρος 1986

(πρώτη έκδοση Δεκέμβριος 1965, εκδ. Θεμέλιο)





αντισταθείτε μ’ ένα ποίημα

18 01 2008

zoo_doodad.jpg

——–

———- 

ΔΥΟ ΓΡΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΣΑΝ—— 

του Πανάγου Αξιώτη 

Όταν το άρωμα του φλεσκουνιού,

που ζεμάτιζε κάθε πρωί στο κατώφλι της

η γριά Κανόνα,

έπαψε πια να με ξυπνά,

και το αντικατάστησεν η καρδερίνα μου,

σκέφτηκα πως μια ακόμη πέτρα

έπεσεν απ’ το βουλιστό

(τ’ όποιο βουλιστό)

που εγώ το ‘χω για προσκεφάλι

κι η γειτονιά για το γλαστρί της.

Και τότες ο μαύρος γάτης της Κανόνας,

ο Χασάν,

έκλαψε μέρες, χωρίς δάκρυα,

(όπως ακριβώς κι εγώ)

και κουβάλησε την πείνα του και τη στοργή του

στην παραπέρα γειτονιά,

στο κατώι της Βγενουλώς

που τον καλωσόρισε μετά χαράς

γιατί οι πεντικοί της είχανε φαωμένη

ως και την ξύλινη κουτάλα της

που τάραζε την ταχινόσουπά της

το Σαραντάμερο.

(Ας είναι καλά ο κυρ-Ερακλής

που τη φίλεψε ένα κρασοπότηρο ταχίνι.)

Αμέ δε λες πως οι αναθεματισμένοι

βουτούσανε κάθε βράδυ τις οργιές τωνε

στο λάδι του καντηλιού

και την αφήνανε στα μαύρα σκοτάδια

μαζί με το κόνισμα τα’ Άι-Νικόλα

-μεγάλη η χάρη  Του;

Κι έπαψε πια τώρα να ‘χει την έγνοια

για το καλό της το φουστάνι

και τις καινούριες παντόφλες

που φύλαγε στην κασέλα της

(ας μην πούμε γιατί).

Λέω πως το Βγενουλώ δεν καλοθυμότανε

πόσα παιδιά είχε,

μα ευχαριστήθηκε δα πάρα πολύ

που ο μεγάλος της –Ζαννή δεν τονε λέανε;-

της έγραψε πρόπερσι:

«Σεβαστή μου μητέρα είμαι καλά,

Το αυτό επιθυμώ και δι’ ελόγου σου

και φιλώ την δεξιά σου και λάβε 5 dollars”.

Κι αν δεν τα πιστεύετε αυτά,

ο Φραζέσκος ο διανομέας είναι εδώ,

που βαλε τα γυαλιά του και τα διάβασε.

Και τότες το Βγενουλώ είπενε:

«Έλα Χασάνη μου μάτια μου, κάσε απάνω μου

να σου πω ένα παραμύθι:

Λοιπό, ήτανε ένα βασιλόπουλο

που το λέανε Ζαννή…»

Κι έπαψε να το λέει μόνο σαν απόθανε.

Έκλαψε λοιπόν πάλι ο Χασάν,

με το δικό του τρόπο,

και τράβηξε κατά το Κακαβούλι.

zoo_doodad_v.jpg

Ο Πανάγος Αξιώτης, γιος του μουσικοσυνθέτη Γεωργίου Αξιώτη και ετεροθαλής αδελφός της Μέλπως Αξιώτη, γεννήθηκε στη Μύκονο το 1910. Πέθανε στην Αθήνα το 1991 και ετάφη στη Μύκονο. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στη Μύκονο και την Αθήνα, σπόυδασε πολιτικός μηχανικός στη Γάνδη του Βελγίου. Έχει δημοσιεύσει πεζά κείμενα και ποιήματα αποκλειστικά στις τοπικές εφημερίδες. Σχεδόν όλα τα πεζά του έχουν αναδημοσιευτεί στον τόμο Όρτσ’ αλά μπάντα! (έκδοση του Δήμυ Μυκονίων, 1986). Το παρόν ποίημα, βρίσκεται στην συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του “Ποιήματα και ρίμες του Πανάγου Αξιώτη” που αποτελεί τιμητικό αφιέρωμα της εφημερίδας “Η Μυκονιάτικη”, στη μνήμη του.

_________________________________________________

Παρ’ όλο που αισθάνομαι κάπως στεγανή απέναντι στην ποίηση, πήρα την πρόσκληση του Αθήναιου που ακούμπησε στο σκεπτικό του librofilo και παραθέτω μια ποιητική “ιστορία” του πολυαγαπημένου μου Πανάγου Αξιώτη που ως το τέλος της ζωής του, είχε την ζηλευτή ικανότητα να συλλαμβάνει και τις πλέον ταπεινές μυρωδιές των ανθρώπων.

*οπ! Ξέχασα να το πάω παρακάτω. Αν θέλουν λοιπόν, ας συνεχίσουν οι

kopoloso,

kostis-b,

δεν και,

Σελιτσάνος.

Ό τελευταίος, με μεγάλη μου χαρά μπορεί αν θέλει, να φιλοξενηθεί στον κήπο.





οι άνθρωποι που γράφουνε βιβλία

6 12 2007

zoo_mplok-c_venezis_low.jpg

Πηγαινοέρχομαι όλο και πιο συχνά στα παλιά βιβλία όπως πηγαινοέρχομαι και στο κοτέτσι της μάνας μου. Όχι πάντα για το περιεχόμενο.

Μου αρέσει πολύ ας πούμε η Σειρά Εκλεκτών Έργων της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων της Εστίας: 120mm X 175mm, σκληρό εξώφυλλο, σχεδόν ανάγλυφες κουβερτούρες, ωραία σελιδοποίηση μαρμάρου. Απ’ έξω φιγουράρουν “οι άνθρωποι που γράφουνε βιβλία”: Καρκαβίτσας, Βενέζης, Μυριβήλης, Ουράνης, Τερζάκης, Νάκου, Θεοτοκάς.

-Ποιος σου τα ‘δωκε αυτά;
-Τα πήρα απ’ τη βιβλιοθήκη.
-Μη διαβάζεις πολύ αγάπη μου. Θα χαλαστείς. Αυτοί όλοι είναι μια φυλή που δεν κάνoυνε τίποτις άλλο. Μόνο γράφουνε. Δεν είναι καλό αυτό.
-Μα, ποια φυλή γιαγιά;
-”Οι άνθρωποι που γράφουνε βιβλία”.

Μια μέρα της διάβαζα φωναχτά μερικές αράδες απ’ το ΜΠΛΟΚ “C”, του Βενέζη. Στους διαλόγους παρεμβάλλονταν σε παρενθέσεις οι σκηνοθετικές οδηγίες, στις οποίες έκανα ανάγνωση ύφους :
(Ακούγεται στο βάθος του διαδρόμου η πόρτα που ανοίγει. Αλυσίδες, Μπότες.)
ή
(Τρομαγμένα, σιγανά)
και μετά
(τον κοιτάζει κατάπληκτος)
κι αλλού

(Τινάζεται σβέλτος, χύνεται προς το μέρος του χωρίς να τον αναγνωρίζει, του πιάνει το κεφάλι).

Κάπου ανάμεσα στον Θαλαμάρχη και τον Μάγερα το κουτί με το κουάκερ έχει εκσφενδονιστεί απ’ το τραπέζι και κυλιέται ανάμεσα στα πόδια μου. Τόση ταραχή.

-Να σωπάσεις λέω εγώ. Κοντεύει να σε πάρει μέσα αυτός ο δαίμονας! Για σήκω! Πάμε να μαζέψομε τα αυγά απ’ τις κότες να σε φυσήξει και λίγο ο αέρας!

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει καλύτερο αγχολυτικό απ’ το να μαζεύεις τ’ αυγά απ’ τις κότες. Εξοικειώνεσαι με τους νόμους της φύσης και γλιτώνεις απ’ την παράνοια του φανταστικού. Η ευαισθησία και η γλυκύτητα με την οποία σηκώνει η κότα τον κώλο της για να σου παραδώσει ένα ζεστό αυγό δεν σου προκαλεί καμιά φρικαλέα σκέψη ή χαυνωτική έκσταση. Το αντίθετο δηλαδή απ’ ότι σου προκαλεί ένα βιβλιαράκι δώδεκα επί δεκαεφτά-μισό, στην τρυφερή ηλικία του κουάκερ.