my feet are killing me, but…

17 06 2008

zoo_anatomy-of-a-pinup2

Annie Sprinkle /Anatomy of a Pin-Up /Limited edition of 20 / Each hand written / Archival photographic prints / 24″ x 20″

Φόρτυ ουάν (παρά μία μέρα). Σίξτυ φάιβ κίλος. Μάι φητ αρ κιλιγκ μη μπατ άι’ μ σέξουαλι εξάιτιντ αντ φηλιγκ γκρέιτ. *

*[μια κοινωνική προσφορά υπερ υγείας και μακροημέρευσης των αστειευόμενων ανθρώπων! - μα που έχουν χαθεί αυτοί; ]





σινέ Ζωή

22 05 2008

sine-zoi_makis

Σινέ Ζωή, Μάκης Κοντιζάς

Έτσι μπαίνει η πανσέληνος στα θερινά σινεμά, χωρίς να κόψει εισιτήριο. Φωτίζει λίγο τα πλούσια βυζιά της ταξιθέτριας, λίγο γυαλίζει τα βλέμματα, κάνει τα γόνατα των κοριτσιών πιο στιλπνά, μεταμορφώνει τα φτηνά αναψυκτικά σε αφρώδη εορταστικά και τα φιλιά γίνονται ευρύχωρα και μεγάλα, τόσο που ν’ αφήνουν στο χνούδι γύρω από τα χείλη μια ωραία υγρασία. Πολύ συχνά, κλέβει και μερικά σύμφωνα απ’ τους ψιθύρους του αποπίσω και τα ακουμπάει στους ώμους και γύρω από τα αυτιά σα γαργαλητό. Ύστερα την κοπανάει πίσω απ’ το μαύρο μπλε κι αφήνει τα φωτάκια των αυτοκινήτων να ζωγραφίζουν το βουνό σαν κωλοφωτιές. Κι όλα αυτά γύρω γύρω από μια σκοτία*.

_________________

*αλλιώς: λούκι

[αναδρομικά, γιατί μου είχε λείψει ο ήχος ενός ποστ]





τα λυπητερά

24 04 2008

humberto-rios_a-crucification3

Una Crucifixión, Humberto Rios

Σήμερα κι αύριο οι φούρνοι ψήνουνε ψωμί σε σχήμα σταυρού. Κι επειδή, την Μεγάλη Πέμπτη ο  Χριστός παιδεύτη, στο ψωμί αυτό δεν βάζουνε μαχαίρι, αλλά το κόβουνε με το χέρι. Όλους αυτούς τους συμβολισμούς η ανάγκη των ανθρώπων τους χώρεσε στην εβδομάδα των Παθών, αλλά τον πόνο, το φόβο του θανάτου και την ελπίδα της ανάστασης, τα σκουντουφλάμε κάθε μέρα μέσα μας και δίπλα μας απ’ τη μέρα που θα γεννηθούμε. Η γιαγιά μου σαν σήμερα και σαν αύριο έκρυβε τα μαχαίρια κι έβαζε ένα πιατάκι με ξύδι απ’ το πρωί πάνω στο τραπέζι για να βουτάμε μέσα ό, τι έφτανε ως το στόμα. Δραματοποιούσε τον πόνο και την ελπίδα στα όρια της οικογένειας, της γειτονιάς και της εκκλησιάς της ενορίας της κι όλο μουρμούριζε ψαλμούς και λυπητερά τραγούδια. Στο όριο της πίστης της – για όσο φαίνονταν. Στην πραγματικότητα όμως, το όριο της ήταν ο άνθρωπος. Ο ευάλωτος απέναντι στο θάνατο. Ο αναγκεμένος της ελπίδας.

——————–

Στη Μύκονο κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, που απαγορευόταν κάθε ψυχαγωγία, οι γυναίκες συνήθιζαν να λένε ορισμένα τραγούδια. Τα Σαρακοστιανά δεν ήταν τραγούδια της διασκέδασης. “Το γεμάτο θλίψη, πίκρα, υποδούλωση, ξενιτιά, χαμό και θάνατο περιεχόμενό τους τα έκανε, αν και δεν ήσαν τραγούδια θρησκευτικά, να ταιριάζουνε με το πνεύμα και τα συναισθήματα της εποχής, μιας εποχής πένθους και περισυλλογής. Αφορούσαν τον καθημερινό ανθρώπινο πόνο, τη συνάντηση της ζωής με τον θάνατο.” [...] Τα περισσότερα σήμερα έχουν ξεχαστεί ή έχει ξεχαστεί ο σκοπός τους. Ήσαν “Η Ερασμία”, “Η Τριαναταφυλλένια”, “Η Λυγερή”, ”Tο Κωσταντάκι” και άλλα, και βέβαια η πιο γνωστή κι αγαπητή “Βγενούλα”:

Δόμνα Σαμίου, Tα Πασχαλιάτικα, Ανοιξιάτικα τραγούδια του θανάτου και της ανάστασης

———–

Καλή ανάσταση λοιπόν.





σεντουκιασμένοι φλώροι

18 04 2008

ΣΕ ΔΙΣΚΑΔΙΚΑ ΔΕΝ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΟΥΤΕ ΚΕΡΔΗ ΤΑ ΜΑΡΑΙΝΟΥΝ RECORDS

 

“Προσπαθώ να υπηρετώ τον ελληνικό ήχο, κάτι που σιγά σιγά χάνεται, μάλλον δικαιολογημένα γιατί τα πράγματα αλλάζουν. Ισως και να είμαι παρωχημένος, αλλά η καρδιά μου εκεί με πάει.”

Συγκινούμαι πάντα όταν ακούω αυτόν τον ψάλτη. Βρείτε τον Ισίδωρο Παπαδάμου εδώ κι ακούστε τα τραγούδια του εδώ. Η διανομή γίνεται αποκλειστικά από τον ίδιο via διαδικτύου.

Το τραγουδάκι, “Έτσι που ήρθαν” είναι από τον δίσκο  “Ένα γινόμενο” και συνοδεύει Το όμορφο ίχνος του “αντί”  στα κάρβουνα και το Αντίο, αντί  στη vitamoderna.

υγ: Γιώργο ευχαριστώ!

 





pneumonia spitoza

22 02 2008

roger-fenton_cloud-study_1859.jpg

Rotzer Fenton, Cloud study, 1859

 

Συνήθως καθόταν πίσω μου.
-Ρε συ, έχω πεθυμήσει σπουργιτάκια των Άλπεων με σπανάκι.
-Σκάσε Κόντε, θα μας πετάξουν έξω.
-Αχός βαρύς ακούγεται και την πετάγουν έξω!
-Θες μια τσίχλα; Μισή ωρίτσα έμεινε, θα περάσει.
-Ξενέρωτη! Τουλάχιστον θα πάμε μετά για ούζα με τον Σφραγίδα;
-Έχει αμάξι;
-Έχει.
-Γκουχ. Γκουχ. Συγνώμη, κύριε Μεταξά… Η πισινή μου δεν αισθάνεται καλά.
-Ξεφορτωθείτε με και οι δύο, μπας και μπορέσω να κάνω μάθημα. Μουλάρες!

…………………………………………………………………………………….
Ανάσκελα στη μέση του δρόμου κάπου στην Βουλιαγμένης, πολλές ώρες μετά. Ένα σύννεφο αλκοόλης με γλυκάνισο καλύπτει τα σώματα μας. Η παλιά Οpel με τα γκράφιτι ορθάνοιχτη και το ράδιο να παίζει Αerosmith. Γλυκοξημερώνει με συννεφιά.
-Κι αν μας πατήσει κανένα αμάξι;
-Δεν γίνονται αυτά ρε…
-Κόντε, θα γεράσουμε ρε συ;
-Εννοείς, αν θα γίνουμε εκείνα τα ζαρωμένα πλάσματα που βλέπουν συνεχώς τηλεόραση, είναι σκεπασμένα με κουβερτάκι, σκουντουφλάνε με στραβοπατημένη παντόφλα πάντα στο ίδιο σημείο και φοράνε τα πρεσβυωπικά του κάθε φαρμακοποιού για να ξεχωρίσουν τα κέρματα;
-Ξέρω και ‘γω… Ναι αυτό.
-Μπα… Μη λες κουταμάρες.
……………………………………………………………………………………….

Αυτό το γ@μημένο κρυολόγημα, μ’ έκανε δέκα φορές να σκουντουφλήσω στο ίδιο σημείο και κάθε κρόσσι απ’ το κουβερτάκι με έδωσε στεγνά σε βασανισμένους δεκάλεπτους ύπνους με βήχα, πυρετό και ιδρώτα, ανακατεμένα με εμβοές και παραισθήσεις. Στο ταβάνι ξημερώνει συννεφιά και τα τηλεφωνήματα τελειώνουν με στοργικές συμβουλές: να προσέχεις, να ντύνεσαι, να τρως, Απ’ τη μια τα εμπριμέ πέτα της Όλγας Τρέμη, απ’ την άλλη ο Νευρικός Εραστής με τη Νέα Υόρκη που αγάπησα (κι ως τώρα δεν έχω πάει), από κάτω ο καναπές να κάνει την πλάτη μου πεδίο μαχών και γύρω μου η Κόντε με τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της. Αν σκεφτώ λογικά -πράγμα δύσκολο- πόσο να κρατήσει πια έξι, εφτά μέρες; Άντε, δέκα; Σε φτάνουν δέκα μέρες ενός συνηθισμένου κρυολογήματος στο σημείο να μετράς τα κέρματα με πρεσβυωπικά άλλου; Δεν πρέπει ν’ αποκτήσω πρεσβυωπία πρώτα; Γκουχ, γκουχ και άει σιχτιρ!





μια στιγμή

13 02 2008

brian-stauffer4.jpg

illustrator: Brian Stauffer

*

Kι αν σβωλιάσει η μπεσαμέλ; Να κοιτάξεις να τιθασεύσεις το τυχαίο μωρό μου. Να δεις τι άλλο είπε. Α ναι, και λίγο μοσχοκάρυδο. Κι αν μου αντισταθεί το μοσχοκάρυδο; Σφίξε το όμορφα στον αντίχειρα και θα καταλάβει πόσο αξιαγάπητη είσαι.
Πάλευε με τις πιθανότητες. Το βέβαιο ήταν πως η μπεσαμέλ θα σβώλιαζε.

[...] και τότε έκανε μια τρυφερή κίνηση. Τα μάτια του γέμισαν -γιατί ως τότε ήταν αδειανά- και είδε το μπράτσο του να ξεδιπλώνεται. Φάνηκε η φλέβα κάτω απ’ το διάφανο δέρμα στη μέσα μεριά του αγκώνα. Πέρασε την παλάμη του με κόπο ως το μαξιλάρι για να το φέρει μαλακά κάτω απ’ τον αυχένα της. Για μια τόση δα στιγμή, θα ορκιζόταν πως άκουσε το αίμα του να σουσουμίζει. Εκείνη τη μια στιγμή τον αγάπησε [...]

Αλλά σάμπως την ένοιαζε; Με τις ξαφνικές πείνες που την έπιαναν και το ταψί θα ροκάνιζε. Εξάλλου, όλες αυτές οι κουβέντες -και μάλιστα με χρέωση τηλεφωνική- για την απαλή υφή της κρέμας, τη φορά του σύρματος μωρό μου, τα αυγά και πως τα ελέγχουμε σ’ ένα ποτηράκι, γίνονταν για να βάζει το χρόνο της σε μια τάξη. Έτσι κι αλλιώς θα σβώλιαζε. Αλλά ακόμα κι αυτό, ήταν αδύνατο να το κάνει χωρίς αυτές τις χρήσιμες οδηγίες.

___________________________________________________

Μεταμεσονύχτιο ποστ, τι να σου κάνει; Ξεβράστηκε από ένα σιδερένιο κουτί τακτοποιώντας το υπόγειο. Συνταγή για μπεσαμέλ δεν δίνω: σβωλιάζει.

___________________________________________________

*Προσευχή (για τέσσερεις τούμπες) 1988, Γιάννης Ζουγανέλης, Τuba





where are you now

16 01 2008

zoo-where-are-you-now.jpg

*

Προτιμώ μερικές δροσερές δεκαεφτάχρονες συγχορδίες από τη σαπίλα που κυκλοφορεί στις τηλεοπτικές οθόνες.

*Demo | Μουσική-Στίχοι: Αντρέας Κέλλερ    (Mύκονος)





coins and promises

22 12 2007

at-the-bar_camille-bombois_oil-on-canvas4

At the bar, Camille Bombois

*

Οι μυρωδιές στις κουζίνες χτίζουν αναμνήσεις. Τα δικά μου χριστούγεννα, μυρίζουν καβουρντισμένο σουσάμι, βούτυρο, ψημένα σύκα με καρύδι και στην άκρη της μύτης μια στάλα από σιρόπι μελιού με πράσινη λεμονόφλουδα. Μυρίζουν ακόμη κόλλα από φρεσκοσιδερωμένες ποδιές, που παρά τη λάτρα των ημερών δεν λερώνονται ούτε τσαλακώνουν. Αυτές όλες οι μυρωδιές είναι κλεισμένες στον ήχο απ’ τα ψιλά, που γίνονταν ντάνες πάνω στο σκρίνιο για τους καλαντιστάδες. Γιαγιάδες θείες και νονές ανακατεμένες με τη ζύμη όπως οι σταφίδες στα χριστόψωμα και κουδουνιστές όπως τα δίφραγκα. Αν ήταν να δώσω σ’ αυτές τις αναμνήσεις ένα όνομα, θα τις έλεγα: λωξάντρες.

Όταν, αργότερα, κατάλαβα ότι κάτω από τα εμπριμεδάκια, τα γέλια, τα κορδόνια της ζύμης και τις ατσαλάκωτες ποδιές βράζουν καημοί, κούραση και κάθε είδους πένθη, άφησα τις λωξάντρες να κολυμπούν μόνες τους στην πιατέλα με το σουσάμι και να μπήζουν τα καρύδια με δύναμη στα χριστόψωμα μέχρι να πιάσουν σταφίδα.

Οι μυρωδιές όμως και τα γκλιν γκλον απ’ τα ψιλά, δεν μ’ εγκατέλειψαν ποτέ. Ακόμα και την εποχή με τους ξεφτισμένους καναπέδες, την άφθονη μαυροδάφνη, τα ρουφηχτά φιλιά και τα πολλά τσιγάρα που τα δάχτυλα μελάνιαζαν πάνω στο repeat και τις μεθυσμένες barες κι όχι στη διαλογή του σωστού μεγέθους των καρυδιών, η λεμονόφλουδα ξεκρέμαγε κουδουνίζοντας απ’ τη μύτη. Όσο πιο ατίθασο το τακούνι, τόσο πιο κουδουνιστές οι λωξάντρες κι ας είχαν μετακομίσει στη βάση του σβέρκου.

Θέλει δυνατούς καρπούς (άντε κι ένα αξιοπρεπές ζυμωτήριο) για να βγουν τα χριστόψωμα ελαφρά και μυρωδάτα  και ακόμα πιο εξασκημένους για να σπρώξουν την μικρή σχισμή που χουν οι πόρτες στα barάκια για να μπεις μέσα, να πιεις μόνος ένα κοντοκάβαλο με πάγο -κι ότι να’ναι- μέρες που ‘ναι. Το τακούνι στο σκαμπό βαστάει το δικό του ρυθμό like a teenage beast, και τα δίφραγκα που γίναν ευρουδάκια τον δικό τους, καμπανίζοντας ανάμεσα στα σουσάμια και την λεπτή γραμμή του σιροπιού. Το πολύ πολύ ν’ αντισταθώ, λερώνοντας, έστω και επίτηδες την ποδίτσα μου. ;-)

Ψιλά για τα κάλαντα μην ξεχάσω να βγάλω στην άκρη –

*the crambs, goo goo muck





wet post I

20 11 2007

13-shipdoor2

photographer: Stephen Gibson, Voodoo Stock Photo

Μέχρι να πιάσω λιμάνι, κέρασμα το Ronin Theme, από τον δίσκο Ronin, Bar La Muerte, 2002, που το τσίμπησα απ’ το νέο μουσικό περιοδικό muz1ne , και το φόρεσα με κατάστρωμα.

Nοτιά, κύμμα χτισμένο απ’ το κρητικό πέλαγος, χλωμοί καμαρότοι, περιοδεύοντες πλασιέ, προσκυνητές, η απειλή μιας βόμβας που δεν βρέθηκε, σόλες που γλιστρούν και άλλες συγγενείς ανωμαλίες. Ό,τι και αν σκέφτονταν ο δημιουργός μάλλον του το ‘κανα μούσκεμα.

(το περιοδικό δεν πρόλαβα να το διαβάσω πάντως)





λαϊκή [εικονογραφημένη] μπαλάντα

6 11 2007

zoo-ta-vradia_illusion1.jpg

Λαϊκή μπαλάντα που μεταφέρει γεύσεις από τα χρόνια της δικτατορίας, όταν φοιτούσα στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα αποτελεί ένα εγκώμιο ποίησης που τη φαντάζομαι πάντα να νικάει την πεζότητα και την ύλη. Το ρυθμικό μέρος των 5/8 παρεμβάλλεται σαν μια αναπαράσταση μουσικής φόρμας του νέου κύμματος που βρισκόταν τότε σε ακμή.

Ισίδωρος Παπαδάμου, Τα βράδια>ANOKATORECORDS, Μόλις βραδιάσει

Αυτά λέει ο ψάλτης και κάπου άλλου συμπληρώνει: …κατά της γενικευμένης καψούρας που κυριαρχεί εδώ και πολλά χρόνια και μαστίζει το πανελλήνιο. Δεδομένου δε, ότι το βλογ κοντεύει να γίνει ασπρόμαυρο -νυχτώνει και νωρίς!- τώρα που πήρα το κλειδί για την μουσική γκρι μπαρα (ευχαριστώ Τάσο!), ξέθαψα αυτόν τον ψηφιακό δίσκο ακτίνας (sic, αλλά πως αλλιώς να αντιπαρατεθεί το compact disc στην όμορφη λέξη βινύλλιο;) κι επειδή παραλίγο να βουλιάξει το υπόγειο, τον έσωσα απ’ τον πνιγμό κι απ’ την γενικευμένη καψούρα του συρταριού.

Πυρ!