postmortem post

3 02 2009

talktalk48

“Νερό αναγκαστήκαμε να πάρουμε μαζί μας [...] γιατί η περίφημη πηγή του Ινωπού δεν είναι τίποτε άλλο παρά λάσπη – τόσο μολυσμένο το νερό της, που μετά βίας μπορεί κανείς να το πιει. Ωστόσο εδώ περάσαμε τρεις όμορφες μέρες και νύχτες. Κοιμόμασταν στην άμμο, το μόνο μέρος που δεν είχε ερείπια, κάτω από μια τέντα φτιαγμένη από το πανί του καϊκιού. Το κρεββάτι μας ήταν ξερά φύκια και τα όνειρά μας τα ποδηγετούσε ο Φοίβος [...]“

Λόρδος Charlmont, Τρεις μέρες και τρεις νύχτες στις Δήλες
Παναγιώτης Κουσαθανάς, AN IRISH LORD IN MYCONOS, DELOS AND RHENEA IN THE YEAR 1749

__________________________________________________________________________________________

Σημ.: αν υποθέσουμε ότι το απόσπασμα της περιγραφής του περιηγητού, λειτουργεί παραβολικά -που έτσι λειτουργεί γιατί έτσι θέλω (χο χο χο)- το αφιερώνω εξαιρετικά στον αναζητητή της υπέρτατης αλήθειας (μια από τις) για το βλογιν , με την προθυμία να μοιραστώ μαζί του το Σ.Ε.Σ.Σ* και να βοηθήσω στην αποκατάσταση της κλίσης που έχει πάρει το κεφάλι (του-μας) προς τον ώμο (του-μας) προκειμένου να σωθεί η τιμή του  βλόγιν από κάτι τύπους σαν κι αυτόν αλλά κι αυτόν.

*Σ.Ε.Σ.Σ.: Σύνδρομο Έλλειψης Σημείων Στίξης





μέγας καζαμίας/σελ.123

29 02 2008

zoo_kazamias_20042

ΜΕΓΑΣ ΚΑΖΑΜΙΑΣ, Ο δορυφόρος 2004, Μαγειρική, Ζαχαροπλαστική, Γεωργία, Ονειροκρίτης, Μελισσοκομία, Πτηνοτροφία, Εκδόσεις Ρουμελιώτη

2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).

Διαθέτει!

3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.

Μίιια, δύυυυο, τρεις!, τέσσσσερεις, πέντε!

4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη*).

[Τα άνθη και η σημασία τους]

Βυσσινιά-άνθος: είσαι πολύ ακατάδεκτη, κλώνος: ζηλεύω γιατί μιλάς σε άλλους.

Γαζία-άνθος: είσαι πολύ όμορφη, κλώνος: υποφέρω για σένα.

Γεράνι-άσπρο: αμφιβάλλω για την αγάπη σου, κόκκινο: είσαι κουτή

5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

Σύμφωνα με τον Καζαμία του 1999 (εκδ. Δαρέμα), που τον συμβουλεύομαι πάντα πριν από αυτόν του 2004, δεν είναι η κατάλληλη περίοδος να καλέσω κι άλλους στο παιχνίδι γιατί είδα στον ύπνο μου ταβάνι και όπου ταβάνι:αν το βλέπεις ψηλό και ωραίο,θα πραγματοποιηθούν οι ελπίδες σου. Αν πέφτει και σε πλακώνει, θα σε κακολογήσουν. Κι επειδή το ταβάνι του ονείρου μου ήταν κάπου στη μέση, λέω να μην το διακινδυνεύσω.

__________________________________________________________________

Mπαμπάκη, ευχαριστώ για την πρόσκληση. Ειλικρινά, βρίσκω αυτά τα παιχνίδια (εντάξει όχι όλα) πολύ διασκεδαστικά και μάλλον πιο ευχάριστα από την ενασχόληση με τους Καψαμπέληδες, τους περιορισμούς και τις ελευθερίες των blog. Η εξαγγελία ανόητων νόμων για την “ρύθμιση” και την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο είναι πολύ αθωώτερη από τον εισοδισμό που έυκολα μπορεί να γίνει αν οι τιμητές ανοίξουν -σε μηδενικό χρόνο- τα δικά τους blog, αλλάζοντας έτσι την εικόνα, το λόγο  και τη χρήση τους. Θα είναι αποτελεσματικότεροι και θα κάνουν τη δουλειά τους με λιγότερη φασαρία. Αυτά θα πρέπει να προσέχουμε μάλλον παρά τους γελοίους κακαουνάκηδες που με πονηρό μισόκλειστο μάτι πλησιάζουν την κάμερα απ τα τηλεοπτικά παράθυρα και λένε με νόημα: Ώστε αυτά -τα πως τα λένε- τα μπλλογκζ, έχουν διαχειριστές εεεεε;;;; Και όπως σοφά είπες: Κάποιους τελικά το τελευταίο καλοκαίρι τους πείραξαν περισσότερο οι μούντζες στη Βουλή παρά οι πυρκαγιές…. Αλλά βλέπεις, δεν ανοίγουν και κανένα Καζαμία να ξεστραβωθούν: Μούντζες: αν βλέπεις ότι μουντζώνεις εσύ, θα μάθεις νέα από κάποιο μακρινό αγαπητό πρόσωπο. Αν δεις κόσμο πολύ να σε μουντζώνει φοβερές ταραχές και ξαφνικές ζημιές θα έχεις.

Σμακς!





this ain’t a fuckin’ game

26 02 2008

zoo_pote21.jpg

Η πιο τρύπια λέξη, η πιο άχρηστη, η πιο πεταμένα λεφτά, η πιο αυθάδικη και επιπόλαιη που ξεφυτρώνει ακριβώς όταν πιστεύεις πως έχεις καταλήξει και ξεχωρίσει τι κρατάς και τι αφήνεις. Η λέξη-αντισύλληψη της πραγματικότητας. Η λέξη-παγίδα της σκέψης και των συναισθημάτων. Η λέξη-αράχνη που το μοναδικό περιθώριο που αφήνει, είναι να την πεις όταν πια κοντεύει να βγει η ψυχή σου. Πχ.: Δεν πήγα ποτέ στα Γιάννενα ή Δεν έφαγα ποτέ παστίτσιο ή Δεν έτυχε να σκοτώσω ποτέ κανέναν (και πάλι, μόνο στην περίπτωση που δεν αντισταθεί η ψυχή σου και ξανακάτσει στη θέση της, έστω και για λίγα λεπτά, διότι ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να φέρει ταπεράκι με παστίτσιο η ψυχοπονιάρα γειτόνισσα και να σπάσει ο διάολος το ποδάρι του να γλύψεις το πιρούνι.) 

Όλα τα άλλα «ποτέ» στη διάρκεια του βίου -ειδικά αυτά που συντάσσονται με μέλλοντα- είναι απλώς αξιολύπητα.

and this ain’t a fuckin’ game…αλλά το βαρύ γάντι του Κ.Κ.Μοίρη:-)





αντισταθείτε μ’ ένα ποίημα

18 01 2008

zoo_doodad.jpg

——–

———- 

ΔΥΟ ΓΡΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΣΑΝ—— 

του Πανάγου Αξιώτη 

Όταν το άρωμα του φλεσκουνιού,

που ζεμάτιζε κάθε πρωί στο κατώφλι της

η γριά Κανόνα,

έπαψε πια να με ξυπνά,

και το αντικατάστησεν η καρδερίνα μου,

σκέφτηκα πως μια ακόμη πέτρα

έπεσεν απ’ το βουλιστό

(τ’ όποιο βουλιστό)

που εγώ το ‘χω για προσκεφάλι

κι η γειτονιά για το γλαστρί της.

Και τότες ο μαύρος γάτης της Κανόνας,

ο Χασάν,

έκλαψε μέρες, χωρίς δάκρυα,

(όπως ακριβώς κι εγώ)

και κουβάλησε την πείνα του και τη στοργή του

στην παραπέρα γειτονιά,

στο κατώι της Βγενουλώς

που τον καλωσόρισε μετά χαράς

γιατί οι πεντικοί της είχανε φαωμένη

ως και την ξύλινη κουτάλα της

που τάραζε την ταχινόσουπά της

το Σαραντάμερο.

(Ας είναι καλά ο κυρ-Ερακλής

που τη φίλεψε ένα κρασοπότηρο ταχίνι.)

Αμέ δε λες πως οι αναθεματισμένοι

βουτούσανε κάθε βράδυ τις οργιές τωνε

στο λάδι του καντηλιού

και την αφήνανε στα μαύρα σκοτάδια

μαζί με το κόνισμα τα’ Άι-Νικόλα

-μεγάλη η χάρη  Του;

Κι έπαψε πια τώρα να ‘χει την έγνοια

για το καλό της το φουστάνι

και τις καινούριες παντόφλες

που φύλαγε στην κασέλα της

(ας μην πούμε γιατί).

Λέω πως το Βγενουλώ δεν καλοθυμότανε

πόσα παιδιά είχε,

μα ευχαριστήθηκε δα πάρα πολύ

που ο μεγάλος της –Ζαννή δεν τονε λέανε;-

της έγραψε πρόπερσι:

«Σεβαστή μου μητέρα είμαι καλά,

Το αυτό επιθυμώ και δι’ ελόγου σου

και φιλώ την δεξιά σου και λάβε 5 dollars”.

Κι αν δεν τα πιστεύετε αυτά,

ο Φραζέσκος ο διανομέας είναι εδώ,

που βαλε τα γυαλιά του και τα διάβασε.

Και τότες το Βγενουλώ είπενε:

«Έλα Χασάνη μου μάτια μου, κάσε απάνω μου

να σου πω ένα παραμύθι:

Λοιπό, ήτανε ένα βασιλόπουλο

που το λέανε Ζαννή…»

Κι έπαψε να το λέει μόνο σαν απόθανε.

Έκλαψε λοιπόν πάλι ο Χασάν,

με το δικό του τρόπο,

και τράβηξε κατά το Κακαβούλι.

zoo_doodad_v.jpg

Ο Πανάγος Αξιώτης, γιος του μουσικοσυνθέτη Γεωργίου Αξιώτη και ετεροθαλής αδελφός της Μέλπως Αξιώτη, γεννήθηκε στη Μύκονο το 1910. Πέθανε στην Αθήνα το 1991 και ετάφη στη Μύκονο. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στη Μύκονο και την Αθήνα, σπόυδασε πολιτικός μηχανικός στη Γάνδη του Βελγίου. Έχει δημοσιεύσει πεζά κείμενα και ποιήματα αποκλειστικά στις τοπικές εφημερίδες. Σχεδόν όλα τα πεζά του έχουν αναδημοσιευτεί στον τόμο Όρτσ’ αλά μπάντα! (έκδοση του Δήμυ Μυκονίων, 1986). Το παρόν ποίημα, βρίσκεται στην συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του “Ποιήματα και ρίμες του Πανάγου Αξιώτη” που αποτελεί τιμητικό αφιέρωμα της εφημερίδας “Η Μυκονιάτικη”, στη μνήμη του.

_________________________________________________

Παρ’ όλο που αισθάνομαι κάπως στεγανή απέναντι στην ποίηση, πήρα την πρόσκληση του Αθήναιου που ακούμπησε στο σκεπτικό του librofilo και παραθέτω μια ποιητική “ιστορία” του πολυαγαπημένου μου Πανάγου Αξιώτη που ως το τέλος της ζωής του, είχε την ζηλευτή ικανότητα να συλλαμβάνει και τις πλέον ταπεινές μυρωδιές των ανθρώπων.

*οπ! Ξέχασα να το πάω παρακάτω. Αν θέλουν λοιπόν, ας συνεχίσουν οι

kopoloso,

kostis-b,

δεν και,

Σελιτσάνος.

Ό τελευταίος, με μεγάλη μου χαρά μπορεί αν θέλει, να φιλοξενηθεί στον κήπο.