Η Φωτεινή της νύχτας, δια χειρός Μάκη Κοντιζά, ξυλοκοπτική & υδατοδιαλυτές ριπολίνες
Κάθε πρωί που ξυπνάω βγαίνω για κυνήγι. Πρώτα οπλίζω τα μάτια. Ρίχνω την πρώτη σφαίρα στο ταβάνι. Μετά στο ρολόι και με μαεστρία την επόμενη στο παράθυρο, για να σιγουρευτώ πως το αγρέλι της Κατίνας βαστάει ακόμα την απέναντι κορφή. Η τέταρτη και φαρμακερή πέφτει στις παντόφλες, αλλά ποτέ δεν ξεμπέρδεψα το θήραμα με την πρώτη γιατί αυτές τις αγριοπαντόφλες αλλού τις αφήνω κι αλλού βρίσκονται. Ουρά-κεφάλι μέρα παρά μέρα, γλιτώνουν με τραυματισμούς. Σέρνομαι στο διάδρομο προς τις σκάλες και, με κόπο ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση[1], φτάνω ως την καφετιέρα. Αριστερό χέρι καφέ-φίλτρο-νερό, δεξί, φλυτζάνι-γάλα-κουταλάκι. Μέχρι να κάνει η καφετιέρα το καθήκον της τα βάζω με το αγριοWC. Η Φωτεινή της Νύχτας βοσκάει εκεί μέσα αμέριμνη στα παλιά 9 της Ελευθεροτυπίας. (Ας είναι καλά, βοήθησε πάρα πολύ στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του παιδιού μου, γλίτωσα τουλάχιστον από 178 ερωτήσεις σε διάφορες στάσεις.) Αριστερό χέρι νερό-οδοντόβουρτσα-κλάμερ, δεξί, πετσέτα-κρέμα-καζανάκι. Ο μαλάκας ο καθρέφτης δεν αντιστέκεται ποτέ γι αυτό και δεν ασχολούμαι. Σα μπεκάτσα με κοιτάει κάθε πρωί. Με μπεκάτσες όμως εγώ δεν τα βάζω. Βγαίνω. Αρπάω βίαια τον καφέ απ το σβέρκο και δαμάζοντας στα δώδεκα βήματα τις τραυματισμένες (ελαφρά) αγριοπαντόφλες πατάω το start στον υπολογιστή. Μπροστά και από πάνω μου περσινό τρόπαιο, ο Βαμβακάρης, ο Εμπειρίκος κι ο Γιαννούλης Χαλεπάς απ’ το όρος Τσικνιάς της νήσου Τήνος μια παρέα, δια χειρός Αννούλας Φιλίνη.
-Καλημέρα σας.
-Καλημέρα ω μεγάλη κυνηγέ (με μια φωνή και οι τρεις)
-Να ξέρετε πως παρά τον όγκο σας με χαρά συναντώ τα βλέμματά σας κάθε πρωί.
-Ε, μα ναι. Εξάλλου δεν υπάρχει στην έκπληξη εθισμός. Το κάθε πρωί το περιμένεις στο ρολόι ή στο παράθυρό σου.
-Κλεμμένο είν’ αυτό τρελο-Γιαννούλη… Σώπαινε τώρα, θα πετάξουν τα κυνήγια με τις φωνές σου.
Αριστερό χέρι, φάκελοι-σημειώματα-εκκρεμότητες, δεξί στο ποντίκι, μέιλ-εφημερίδες-βλογζ. Ποτέ η επόμενη τουφεκιά δεν πέφτει σε eps, psd, jpg, pdf, doc, png, gifάκια και άλλα αποδημητικά. Χαμένη θα πάει. Ξεκινώ με τους φίλους. Ακολουθούν οι άλλοι. Στήνω τη σκηνή μου εκεί κοντά και παραμένω. Κρατώ το ίδιο ορμητήριο σ’ αυτό το ξέφωτο μήνες και μήνες τώρα. Ξέρω τα σημάδια και τις πατημασιές τους. Άμα δω τσακισμένο κλαδάκι ξέρω ποιος το πάτησε, τι ώρα, αλλά και ακριβώς το βάρος που κουβαλούσε. Άλλοτε παίζω, άλλοτε μονάχα τους παρατηρώ. Θα ‘λεγε κανείς πως έτσι δεν έχει πλάκα. Πως είναι σαν να κυνηγώ σε εκτροφείο. Και λοιπόν; Σάμπως ο άγιος Συμεών ο Στυλίτης δεν άγιασε πάνω σε μερικούς τετραγωνικούς πόντους;[2] Στο κάτω κάτω ο καθένας έχει το κάδρο του. Εγώ εκ φύσεως δεν πειράζω των άλλων, με το δικό μου θα τα βάλω; Χώρια που βαριέμαι κι εύκολα.
Πήγε κιόλας επτά και τέταρτο. Ώρα να ξυπνήσουν οι άμαχοι. Επαναληπτικές ριπές: ντύσιμο, γάλα, σάντουιτς, καβγάς στα όρθια, φιλιά. Ο εργαλείος μπαίνει στην αναμονή κι εγώ στα παπούτσια μου. Μαύρα γυαλιά, τρία προς τέσσερα στην αναλογία του προσώπου και φέρμα με αγωγή Γκόρντον Σέττερ. Ο δεύτερος καφές ενδημεί στο Γυαλό και έχω μόνο τριάντα λεπτά στη διάθεσή μου πριν αρχίσει το αληθινό κυνήγι , δηλαδή δουλειά. Και καθώς επιστρεφω για να στρωθώ, όλο σκέφτομαι να αποκτήσω πίστη στις αποκαλύψεις και τα οράματα, κι όλο άσφαιρη μου βγαίνει αυτή η σκέψη…
____________________________________________________________________________________
[1]μπλουζάκι, γάτα, σαλοπέτα, ζωγραφιά, gorillaz, κάλτσα, σουτιέν, βιολί, σορτς, παρτιτούρα, πενηντάλεπτο, γάτα, πένα, allstar κόκκινο, barbie, θήκη κιθάρας, βιβλίο μαθηματικών, δίευρω, μαρκαδόρος, allstar μαύρο, i-pod, γάτα, τρία ορκ, κι άλλη παρτιτούρα
[2]το παραδειγμα του αγίου Συμεών , δανεισμένο απ’ τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου που το ‘ χε πάντα πρόχειρο και το πήρα προίκα






Πρόσφατα σχόλια