mono(b)log

15 04 2008

fotini_makis.jpg

Η Φωτεινή της νύχτας, δια χειρός Μάκη Κοντιζά, ξυλοκοπτική & υδατοδιαλυτές ριπολίνες

 

Κάθε πρωί που ξυπνάω βγαίνω για κυνήγι. Πρώτα οπλίζω τα μάτια. Ρίχνω την πρώτη σφαίρα στο ταβάνι. Μετά στο ρολόι και με μαεστρία την επόμενη στο παράθυρο, για να σιγουρευτώ πως το αγρέλι της Κατίνας βαστάει ακόμα την απέναντι κορφή. Η τέταρτη και φαρμακερή πέφτει στις παντόφλες, αλλά ποτέ δεν ξεμπέρδεψα το θήραμα με την πρώτη γιατί αυτές τις αγριοπαντόφλες αλλού τις αφήνω κι αλλού βρίσκονται. Ουρά-κεφάλι μέρα παρά μέρα, γλιτώνουν με τραυματισμούς. Σέρνομαι στο διάδρομο προς τις σκάλες και, με κόπο ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση[1], φτάνω ως την καφετιέρα. Αριστερό χέρι καφέ-φίλτρο-νερό, δεξί, φλυτζάνι-γάλα-κουταλάκι. Μέχρι να κάνει η καφετιέρα το καθήκον της τα βάζω με το αγριοWC. Η Φωτεινή της Νύχτας βοσκάει εκεί μέσα αμέριμνη στα παλιά 9 της Ελευθεροτυπίας. (Ας είναι καλά, βοήθησε πάρα πολύ στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του παιδιού μου, γλίτωσα τουλάχιστον από 178 ερωτήσεις σε διάφορες στάσεις.) Αριστερό χέρι νερό-οδοντόβουρτσα-κλάμερ, δεξί, πετσέτα-κρέμα-καζανάκι. Ο μαλάκας ο καθρέφτης δεν αντιστέκεται ποτέ γι αυτό και δεν ασχολούμαι. Σα μπεκάτσα με κοιτάει κάθε πρωί. Με μπεκάτσες όμως εγώ δεν τα βάζω. Βγαίνω. Αρπάω βίαια τον καφέ απ το σβέρκο και δαμάζοντας στα δώδεκα βήματα τις τραυματισμένες (ελαφρά) αγριοπαντόφλες πατάω το start στον υπολογιστή. Μπροστά και από πάνω μου περσινό τρόπαιο, ο Βαμβακάρης, ο Εμπειρίκος κι ο Γιαννούλης Χαλεπάς απ’ το όρος Τσικνιάς της νήσου Τήνος μια παρέα, δια χειρός Αννούλας Φιλίνη.
-Καλημέρα σας.
-Καλημέρα ω μεγάλη κυνηγέ (με μια φωνή και οι τρεις)
-Να ξέρετε πως παρά τον όγκο σας με χαρά συναντώ τα βλέμματά σας κάθε πρωί.
-Ε, μα ναι. Εξάλλου δεν υπάρχει στην έκπληξη εθισμός. Το κάθε πρωί το περιμένεις στο ρολόι ή στο παράθυρό σου.
-Κλεμμένο είν’ αυτό τρελο-Γιαννούλη… Σώπαινε τώρα, θα πετάξουν τα κυνήγια με τις φωνές σου.
Αριστερό χέρι, φάκελοι-σημειώματα-εκκρεμότητες, δεξί στο ποντίκι, μέιλ-εφημερίδες-βλογζ. Ποτέ η επόμενη τουφεκιά δεν πέφτει σε eps, psd, jpg, pdf, doc, png, gifάκια και άλλα αποδημητικά. Χαμένη θα πάει. Ξεκινώ με τους φίλους. Ακολουθούν οι άλλοι. Στήνω τη σκηνή μου εκεί κοντά και παραμένω. Κρατώ το ίδιο ορμητήριο σ’ αυτό το ξέφωτο μήνες και μήνες τώρα. Ξέρω τα σημάδια και τις πατημασιές τους. Άμα δω τσακισμένο κλαδάκι ξέρω ποιος το πάτησε, τι ώρα, αλλά και ακριβώς το βάρος που κουβαλούσε. Άλλοτε παίζω, άλλοτε μονάχα τους παρατηρώ. Θα ‘λεγε κανείς πως έτσι δεν έχει πλάκα. Πως είναι σαν να κυνηγώ σε εκτροφείο. Και λοιπόν; Σάμπως ο άγιος Συμεών ο Στυλίτης δεν άγιασε πάνω σε μερικούς τετραγωνικούς πόντους;[2] Στο κάτω κάτω ο καθένας έχει το κάδρο του. Εγώ εκ φύσεως δεν πειράζω των άλλων, με το δικό μου θα τα βάλω; Χώρια που βαριέμαι κι εύκολα.

Πήγε κιόλας επτά και τέταρτο. Ώρα να ξυπνήσουν οι άμαχοι. Επαναληπτικές ριπές: ντύσιμο, γάλα, σάντουιτς, καβγάς στα όρθια, φιλιά. Ο εργαλείος μπαίνει στην αναμονή κι εγώ στα παπούτσια μου. Μαύρα γυαλιά, τρία προς τέσσερα στην αναλογία του προσώπου και φέρμα με αγωγή Γκόρντον Σέττερ. Ο δεύτερος καφές ενδημεί στο Γυαλό και έχω μόνο τριάντα λεπτά στη διάθεσή μου πριν αρχίσει το αληθινό κυνήγι , δηλαδή δουλειά. Και καθώς επιστρεφω για να στρωθώ, όλο σκέφτομαι να αποκτήσω πίστη στις αποκαλύψεις και τα οράματα, κι όλο άσφαιρη μου βγαίνει αυτή η σκέψη…

____________________________________________________________________________________

[1]μπλουζάκι, γάτα, σαλοπέτα, ζωγραφιά, gorillaz, κάλτσα, σουτιέν, βιολί, σορτς, παρτιτούρα, πενηντάλεπτο, γάτα, πένα, allstar κόκκινο, barbie, θήκη κιθάρας, βιβλίο μαθηματικών, δίευρω, μαρκαδόρος, allstar μαύρο, i-pod, γάτα, τρία ορκ, κι άλλη παρτιτούρα

[2]το παραδειγμα του αγίου Συμεών , δανεισμένο απ’ τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου που το ‘ χε πάντα πρόχειρο και το πήρα προίκα





το χασαπάκι

24 01 2008

grunge-heart_low.jpg 

Δυο μέρες έκανε η γάτα να φανεί στο σπίτι. Το παιδί έκλαιγε πάνω από τη ξηρά τροφή κι ο καναπές ήταν σαν λείψανο χωρίς γουργούρισμα. Χρειάστηκαν: τρια ψι-ψι-ψι ανά ώρα απ’ το μπαλκόνι σε βάρος των γειτόνων, μια ευχή στο μαγικό φασόλι με σβηστά φώτα και νύχι φεγγάρι, τριαντατρείς βουβές υποσχέσεις ότι δεν θα την ξαναβάλουμε ποτέ στο σκάνερ και τέλος, ένα ταψί φανουρόπιττα της γιαγιάς «υπέρ απωλεσθείσης γαλής αγιεμουΦανούρη»  για να επιστρέψει την τρίτη ημέρα  με το ένα μάτι κλειστό και κηλίδες από λάδια μηχανής αυτοκινήτου στο τρίχωμά της. Την υποδεχθήκαμε με τιμές. Την πλύναμε, τη σιδερώσαμε, της φορέσαμε μεγαλύτερο κουδούνι για να την ακούει και ο κυρ-Κώστας που βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο του οικοδομικού τετραγώνου και τη μαλώσαμε τρυφερά απαγγέλοντάς της μερικές αράδες από την Κόλαση του Δάντη (έξω σε περιμένει ο Κέρβερος, θεριό μοναχό, με τρεις λαιμούς, με φλόγες μάτια, μαύρα λερά γένια κλπ κλπ) για να την φοβερίσουμε και να μην  ξαναφύγει χωρίς να μας το πει. Τίποτα. Μετά από τρεις μέρες, το ξαναέκανε.

-Μαμά, αυτή τη φορά καλύτερα να της πεις την δική σου ιστορία. Ξέρεις, που ήθελες να γίνεις χασαπάκι, αλλά η ζωή άλλα λογάριαζε...

-Όμως παιδί μου, χασαπάκι δεν έγινα όπως πάντα ονειρευόμουν, παρ’ όλο που και ελίτσα έχω και φρύδια σμιχτά θ’ άφηνα ευχαρίστως και ξέρεις πως εξαντλώ το όνειρό μου αυτό, μόνον περιστασιακά και βεβαίως χωρίς αμοιβή.

-Ναι, αλλά μπορούμε να προσπαθήσουμε με τη γάτα. Νομίζω πως θα φοβηθεί αρκετά, ώστε την επόμενη φορά να σε πάρει στα σοβαρά όταν θα της πεις:

θα σε ξελουριάσω σαν γουρούνι αν τολμήσεις να εξαφανιστείς ξανά!





οι άνθρωποι που γράφουνε βιβλία

6 12 2007

zoo_mplok-c_venezis_low.jpg

Πηγαινοέρχομαι όλο και πιο συχνά στα παλιά βιβλία όπως πηγαινοέρχομαι και στο κοτέτσι της μάνας μου. Όχι πάντα για το περιεχόμενο.

Μου αρέσει πολύ ας πούμε η Σειρά Εκλεκτών Έργων της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων της Εστίας: 120mm X 175mm, σκληρό εξώφυλλο, σχεδόν ανάγλυφες κουβερτούρες, ωραία σελιδοποίηση μαρμάρου. Απ’ έξω φιγουράρουν “οι άνθρωποι που γράφουνε βιβλία”: Καρκαβίτσας, Βενέζης, Μυριβήλης, Ουράνης, Τερζάκης, Νάκου, Θεοτοκάς.

-Ποιος σου τα ‘δωκε αυτά;
-Τα πήρα απ’ τη βιβλιοθήκη.
-Μη διαβάζεις πολύ αγάπη μου. Θα χαλαστείς. Αυτοί όλοι είναι μια φυλή που δεν κάνoυνε τίποτις άλλο. Μόνο γράφουνε. Δεν είναι καλό αυτό.
-Μα, ποια φυλή γιαγιά;
-”Οι άνθρωποι που γράφουνε βιβλία”.

Μια μέρα της διάβαζα φωναχτά μερικές αράδες απ’ το ΜΠΛΟΚ “C”, του Βενέζη. Στους διαλόγους παρεμβάλλονταν σε παρενθέσεις οι σκηνοθετικές οδηγίες, στις οποίες έκανα ανάγνωση ύφους :
(Ακούγεται στο βάθος του διαδρόμου η πόρτα που ανοίγει. Αλυσίδες, Μπότες.)
ή
(Τρομαγμένα, σιγανά)
και μετά
(τον κοιτάζει κατάπληκτος)
κι αλλού

(Τινάζεται σβέλτος, χύνεται προς το μέρος του χωρίς να τον αναγνωρίζει, του πιάνει το κεφάλι).

Κάπου ανάμεσα στον Θαλαμάρχη και τον Μάγερα το κουτί με το κουάκερ έχει εκσφενδονιστεί απ’ το τραπέζι και κυλιέται ανάμεσα στα πόδια μου. Τόση ταραχή.

-Να σωπάσεις λέω εγώ. Κοντεύει να σε πάρει μέσα αυτός ο δαίμονας! Για σήκω! Πάμε να μαζέψομε τα αυγά απ’ τις κότες να σε φυσήξει και λίγο ο αέρας!

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει καλύτερο αγχολυτικό απ’ το να μαζεύεις τ’ αυγά απ’ τις κότες. Εξοικειώνεσαι με τους νόμους της φύσης και γλιτώνεις απ’ την παράνοια του φανταστικού. Η ευαισθησία και η γλυκύτητα με την οποία σηκώνει η κότα τον κώλο της για να σου παραδώσει ένα ζεστό αυγό δεν σου προκαλεί καμιά φρικαλέα σκέψη ή χαυνωτική έκσταση. Το αντίθετο δηλαδή απ’ ότι σου προκαλεί ένα βιβλιαράκι δώδεκα επί δεκαεφτά-μισό, στην τρυφερή ηλικία του κουάκερ.





when Chii becomes a housecat

22 11 2007

zoo-chii2

Ο χειμώνας είναι βαρύς στην επαρχία.

Πας στον μανάβη να αγοράσεις μήλα κι ούτε ένα street happening δεν σκουντουφλάς. Πας στο Γιαλό για καφέ και η καρέκλα σου σε περιμένει και θα σε περιμένει ως τα συντάξιμα χρόνια.
Πας στην μάνα σου να σου δώσει μια πίττα και η στιχομυθία είναι ολόιδια είτε για κρεμμυδόπιττα πρόκειται είτε για τσιμπιτά.
Η τελευταία ελπίδα για μια destroy mykonos, πέθανε μες στη στεγανή γυάλα του Γκαζιού (τι να περιμένεις δηλαδή εδώ;).
Η πλανόδια μανάβισσα χτυπήθηκε από καρκίνο και το σπανάκι έχασε τη νοστιμάδα του.
Το ξεσκόνισμα του ενεργητικού αόριστου β’ δεν είναι και πολύ διασκεδαστικό (ακόμα και κείνο το τρέχω γίνεται έδραμον κι άντε να βρεις ερεθιστικό τρόπο να μάθει τις εγκλίσεις του ο έφηβος).
Ολόκληρη pantonιέρα και δεν μπορεί να καλύψει τον πελάτη του συνοικιακού φροντιστηρίου.
Τα πλοία σφυρίζουν στα λιμάνια.
Τα παπούτσια δεν φθείρονται.
Το γεράνι πάντα το κλαδεύει βαθιά η κυρα-Φλώρα.
Η βουλγάρα γειτόνισσα έφυγε κι άφησε ξέμπαρκο τον Μανούσο (μόνο το σέικερ του φραπέ ακούγεται πια από δίπλα, πάνε εκείνες οι καλές μέρες του άφθονου ξύλου και του άγριου σεξ).
Τέλος, ο αποκάτω cybercitizen, πλακώνεται με τον αποπάνω γιατί πέταξε μια εικονική κάφτρα απ’ το μπαλκόνι και λέρωσε το netκαπώ του τζάμπα οχήματος (εντάξει αυτό είναι παγκόσμιο φαινόμενο – μην κατηγορούμε την επαρχία για όλα!).

Τι να κάνω λοιπόν και γω;
Έβαλα την γάτα στο σκάνερ αλλά δεν κάθονταν με τίποτα. Στο τέλος την φωτογράφισα με το κινητό. Είκοσι χρόνια μετά την Μπελού είδα πως τα μάτια αυτής της σπάνιας αλήτρας μπορούν να φτερουγίσουν. Κι επειδή ανφάς μοιάζει πολύ με ηρωίδα των manga βαφτίστηκε Chii. Μια μικρή δυσκολία που είχε ο κτηνίατρος όταν συμπλήρωνε τα στοιχεία της (-με ήτα το γράφετε ή με ιώτα ;) , ξεπεράστηκε αμέσως αφού υποσχέθηκα (προσωρινά) πως δεν θα της επιτρέψω να βάλει πουθενά την υπογραφή της, ούτε καν σε blog, οπότε σκασίλα μας.